Ο όρος ageism, η συστηματική διάκριση ατόμων βάσει της ηλικίας τους, καθιερώθηκε το 1969 από τον ψυχίατρο και γεροντολόγο Robert Buter. Από τότε μέχρι σήμερα τα κοινωνικά στερεότυπα γύρω από τη γήρανση όχι μόνο δεν έχουν εξαλειφθεί, αλλά διεισδύουν ακόμα και σε έναν χώρο όπου θα περίμενε κανείς μεγαλύτερη αντικειμενικότητα: στην Ιατρική.
ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΥΣΚΟΥΚΗ*
Σημειώνεται ότι σήμερα στη χώρα μας ζουν περίπου 2.400.000 άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών και από αυτούς 600.000 είναι άνω των 85 ετών. Εχει υπολογιστεί ότι τα έτη υγιούς γήρανσης στη χώρα μας έχουν μειωθεί κατά 3,4 έτη την τελευταία 10ετία, γεγονός το οποίο κατατάσσει την Ελλάδα στο χαμηλό επίπεδο στην Ευρωπαϊκή Ενωση.
Το προσδόκιμο ζωής έχει αυξηθεί εντυπωσιακά: περίπου 25 χρόνια παραπάνω από τη δεκαετία του 1970. Παράλληλα, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό ανθρώπων άνω των 70 ή των 80 ετών διατηρεί ικανοποιητική υγεία, λειτουργικότητα και διάθεση συμμετοχής στην καθημερινότητα.
Η γήρανση του πληθυσμού δημιουργεί νέα δεδομένα και απαιτήσεις για την ευαίσθητη αυτή ομάδα. Γι’ αυτό πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα για τη βελτίωση της φροντίδας και την υγεία, την ευεξία και την κοινωνικοποίηση, αλλά και την αξιοποίηση των μεγαλύτερων σε ηλικία ατόμων προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, με στόχο τη γήρανση με αξιοπρέπεια. Σοβαρότατο πρόβλημα για τη χώρα μας είναι και η χαμηλή ποιότητα ζωής στους ηλικιωμένους.
Ο τρόπος που φερόμαστε στους μεγαλύτερης ηλικίας συμπολίτες μας καθρεφτίζει το ποιοι είμαστε, όχι μόνο ως ιατροί και πολίτες, αλλά και ως άνθρωποι. Αν θέλουμε μια δίκαιη, ανθρώπινη και επιστημονικά υπεύθυνη Ιατρική, πρέπει να εγκαταλείψουμε την προκρούστεια λογική της χρονολογικής ηλικίας και να βλέπουμε κάθε άνθρωπο ως αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή μοναδικό, πολύτιμο και άξιο φροντίδας σε κάθε στάδιο της ζωής.
Ολα αυτά συνδέονται με τον πυρήνα της έννοιας της υγιούς γήρανσης, τη διατήρηση της λειτουργικής ικανότητας. Ο ΠΟΥ περιγράφει τη λειτουργική ικανότητα μέσα από πέντε βασικούς τομείς: α) άνθρωπος να μπορεί να καλύπτει τις βασικές του ανάγκες, β) να μαθαίνει, να αναπτύσσεται και να παίρνει αποφάσεις, γ) να κινείται με ασφάλεια, δ) να διατηρεί σχέσεις και ε) να συμβάλλει στην κοινωνία όπως ο ίδιος επιθυμεί.
Οι ηλικιωμένοι αποτελούν ένα ταχέως αναπτυσσόμενο τμήμα της κοινωνίας, ιδίως στις αναπτυσσόμενες χώρες. Οι πολιτικές που ενδυναμώνουν τους ηλικιωμένους διασφαλίζουν την ισότιμη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και την κοινωνική προστασία και εξαλείφουν τις διακρίσεις και είναι απαραίτητες για τη βιώσιμη ανάπτυξη σε έναν γηράσκοντα κόσμο.
Στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με το ψήφισμα 58/13 του 2025, με ψήφους από 81 κράτη-μέλη, προωθήθηκε η σύσταση μιας ανοιχτής ομάδας εργασίας με καθήκον τη σύνταξη ενός νομικά δεσμευτικού μέσου για την προώθηση και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ηλικιωμένων. Αυτό το ορόσημο αντανακλά την αυξανόμενη αναγνώριση των ηλικιωμένων ως κατόχων δικαιωμάτων, αλλά και ως παραγόντων αλλαγής.
Οι ηλικιωμένοι αποτελούν ισχυρούς παράγοντες αλλαγής. Οι φωνές τους πρέπει να ακουστούν στη διαμόρφωση πολιτικών, στον τερματισμό των ηλικιακών διακρίσεων και στην οικοδόμηση κοινωνιών χωρίς αποκλεισμούς, δήλωσε ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα των Μεγαλύτερων Ηλικιακά Ανθρώπων 2025.
* Kαθηγητής Δερματολογίας,
νομικός, πρόεδρος της Ιπποκρατείου
Aκαδημίας Iαματικής Iατρικής,
πρόεδρος Παγκόσμιας Aκαδημίας
Kινεζικής και Συμπληρωματικής
Iατρικής
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 24/12/2025)





