Σε σοβαρή δοκιμασία ενδέχεται να τεθεί η εύθραυστη εμπορική εκεχειρία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, μετά την ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ για την επιβολή νέων δασμών σε χώρες που διατηρούν εμπορικές σχέσεις με το Ιράν. Η εξέλιξη αυτή αγγίζει άμεσα το Πεκίνο, τον μεγαλύτερο παγκόσμιο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου.
Με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι «κάθε χώρα που κάνει επιχειρήσεις με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θα επιβαρύνεται με δασμό 25% σε κάθε συναλλαγή με τις ΗΠΑ», διευκρινίζοντας ότι το μέτρο τίθεται σε ισχύ άμεσα, χωρίς ωστόσο να αποσαφηνίζει το εύρος ή τον τρόπο εφαρμογής του.
Η απειλή αυτή έρχεται λίγους μήνες μετά τη συμφωνία που είχε επιτευχθεί μεταξύ Τραμπ και του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ, στο περιθώριο συνόδου κορυφής στη Νότια Κορέα. Η συμφωνία είχε οδηγήσει σε προσωρινή αναστολή των δασμών και παρείχε στις ΗΠΑ πρόσβαση σε κρίσιμες σπάνιες γαίες, τομέα στον οποίο η Κίνα διατηρεί κυρίαρχη θέση. Στο πλαίσιο της εκεχειρίας, οι αμερικανικοί δασμοί στα κινεζικά προϊόντα μειώθηκαν στο 30,8% από 40,8% τον Οκτώβριο, σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg Economics.
Οι νέες εξαγγελίες Τραμπ δημιουργούν αβεβαιότητα για το αν οι δασμοί θα προστεθούν στους ήδη υπάρχοντες ή αν θα υπάρξουν εξαιρέσεις για την Κίνα, ενώ παράλληλα ρίχνουν σκιά στα σχέδια του Αμερικανού προέδρου για επίσκεψη στο Πεκίνο τον Απρίλιο. Στελέχη της προηγούμενης διακυβέρνησης είχαν προειδοποιήσει ότι περαιτέρω επιβάρυνση θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις και για την αμερικανική οικονομία. Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτηση του συμβούλου του Λευκού Οίκου Πίτερ Ναβάρρο, ο οποίος είχε τονίσει ότι «δεν θέλουμε να φτάσουμε στο σημείο να βλάψουμε τους εαυτούς μας».
Από κινεζικής πλευράς, ο ανώτερος ερευνητής Τζοου Μι, από think tank που συνδέεται με το υπουργείο Εμπορίου, υπογράμμισε ότι εάν οι ΗΠΑ δεν τηρήσουν τη συμφωνία, το Πεκίνο διατηρεί το δικαίωμα να λάβει «κατάλληλα μέτρα». Παράλληλα, αμφισβήτησε τη σύνδεση των εμπορικών σχέσεων τρίτων χωρών με το Ιράν με την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.
Αν και τα υπουργεία Εξωτερικών και Εμπορίου της Κίνας δεν σχολίασαν άμεσα, η κινεζική πρεσβεία στην Ουάσινγκτον χαρακτήρισε τις απειλές «εξαναγκασμό», τονίζοντας ότι η Κίνα θα προχωρήσει σε όλα τα απαραίτητα βήματα για την προάσπιση των νόμιμων δικαιωμάτων της.
Σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς πετρελαίου, οι επιπτώσεις θα γίνουν αισθητές μόνο σε περίπτωση που οι ΗΠΑ προχωρήσουν σε παρεμπόδιση ή κατάσχεση ιρανικών δεξαμενόπλοιων, γεγονός που θα σηματοδοτούσε σοβαρή κλιμάκωση. Το Ιράν παραμένει κομβικό ζήτημα στις σχέσεις Ουάσινγκτον–Πεκίνου, καθώς η Κίνα απορροφά σχεδόν το 90% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου, αξιοποιώντας δίκτυα εφοδιασμού εκτός δυτικού ελέγχου.
Παρά τις αμερικανικές κυρώσεις, οι εισαγωγές ιρανικού πετρελαίου παραμένουν κρίσιμες για τον ιδιωτικό διυλιστικό τομέα της Κίνας, με τα αποθέματα να βρίσκονται σε υψηλό διετίας. Την ίδια ώρα, η πολιτική της «μέγιστης πίεσης» κατά του Ιράν φαίνεται να συγκρούεται με προηγούμενες κινήσεις του ίδιου του Τραμπ, ο οποίος είχε δώσει άτυπα το πράσινο φως στο Πεκίνο να συνεχίσει τις αγορές ιρανικού αργού.





