Οι πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού πρέσβη στην αγκυρα, Τομ Μπάρακ, φανερώνουν με σπάνια ευθύτητα το υπό διαμόρφωση γεωπολιτικό σχέδιο που εκτείνεται από την Κασπία μέχρι τη Μεσόγειο, με κεντρικούς κρίκους την Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο. Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν βασίζεται σε αρχές Διεθνούς Δικαίου, αλλά στη λογική της οικονομικής διασύνδεσης, του «κάζαν καζάν» και της ανάδειξης της Αγκυρας σε βασικό πυλώνα της νέας περιφερειακής τάξης.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας «Εστία της Κυριακής», της Μύρνας Νικολαΐδου, ο Μπάρακ, στενός συνεργάτης του Ντόναλντ Τραμπ και πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, μιλώντας πρόσφατα στην εφημερίδα «Καθημερινή» και τον Μανώλη Κωστίδη, περιέγραψε την Κασπία ως περιοχή με τεράστια αποθέματα ορυκτών καυσίμων, «αποκλεισμένα» από τη Μεσόγειο, όπου Ελλάδα και Τουρκία αποτελούν την «πύλη». «Το κλειδί», όπως είπε, είναι να «απαλλαγεί κανείς από τις πολιτικές επιπλοκές» μέσα από την ευημερία, ώστε αυτή η πύλη να «ανοίξει». Στο ίδιο πλαίσιο, μίλησε για «νέα δυναμική» στις σχέσεις της ανατολικής Μεσογείου και για μια «νέα περιφερειακή τάξη», όπου οι ΗΠΑ θα λειτουργήσουν ως «κονίαμα» που θα συνδέει «τα δύο τούβλα», Ελλάδα και Τουρκία, με έναν νέο τρόπο, βήμα βήμα.
Ιδιαίτερη εντύπωση και ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρέσβης απέφυγε κάθε αναφορά στο casus belli της Τουρκίας κατά της Ελλάδος και στην τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο, επιλέγοντας… ίσες αποστάσεις. Χαρακτήρισε το Κυπριακό «απόστημα» στο «σώμα» της περιοχής, το οποίο «πρέπει να θεραπευτεί», ώστε να ενταχθεί στη λύση, χωρίς να διαφοροποιήσει τις παράνομες διεκδικήσεις του εισβολέα από τα νόμιμα δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η στάση αυτή, που αντιμετωπίζει ένα κράτος-μέλος της Ε.Ε. ως απλή «εστία προβλήματος», ενισχύει την ανησυχία σε Αθήνα και Λευκωσία ότι ενδεχόμενη μελλοντική αμερικανική διαμεσολάβηση δεν θα έχει σημείο αναφοράς το Διεθνές Δίκαιο, αλλά τη διευθέτηση με όρους ενεργειακής και επιχειρηματικής σκοπιμότητας.
Οι παρεμβάσεις Μπάρακ δεν είναι μεμονωμένες. Οπως αναφέρει η «Εστία της Κυριακής», ο Αμερικανός διπλωμάτης έχει εδώ και μήνες αναλάβει άτυπο ρόλο διαμεσολαβητή για την «ειρήνη» στην ανατολική Μεσόγειο, λειτουργώντας ως φορέας των αμερικανικών στρατηγικών και επιχειρηματικών σχεδίων στην ευρύτερη περιοχή. Σε ομιλία του στο Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, στον «Διάλογο της Μανάμα» στο Μπαχρέιν, συνέδεσε ευθέως το μέλλον της Τουρκίας και του Ισραήλ με ένα ευρύτερο σχήμα περιφερειακής ευθυγράμμισης, που περιλαμβάνει επίσης Συρία, Αζερμπαϊτζάν και Αρμενία.
Χαρακτηριστική είναι και η αναφορά του σε «Τζάρεντ και Στιβ», δηλαδή τον Τζάρεντ Κούσνερ και τον ειδικό εντεταλμένο για τη Γάζα Στιβ Γουίτκοφ, οι οποίοι συμμετέχουν σε συνομιλίες με στόχο η πρόσφατη εκεχειρία να αποκτήσει μόνιμο πολιτικό πλαίσιο υπό αμερικανική αιγίδα. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή ενός άτυπου, αλλά σφιχτά συντονισμένου, δικτύου προσώπων γύρω από τον Τραμπ, που επιχειρεί να ξαναχτίσει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή και την ανατολική Μεσόγειο, με εργαλείο τις οικονομικές συμφωνίες, τα ενεργειακά projects και τις περιφερειακές συμμαχίες.
Σε αυτό το δίκτυο, κεντρική θέση έχει και ο Αμερικανολιβανέζος επιχειρηματίας Μασάντ Μπούλος, συμπέθερος του Τραμπ και άτυπος σύμβουλος του Λευκού Οίκου για τη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ο Μπούλος έχει αναλάβει σειρά επαφών με όλες τις κρίσιμες πρωτεύουσες της περιοχής. Στις αρχές Ιουλίου συναντήθηκε με τον υπουργό Εξωτερικών της Αιγύπτου και λίγες ημέρες αργότερα με τις ηγεσίες της Ανατολικής και της Δυτικής Λιβύης. Στις 26 Σεπτεμβρίου βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, όπου συναντήθηκε με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, σύμφωνα με την ανακοίνωση του Μεγάρου Μαξίμου συζητήθηκαν ζητήματα περιφερειακού ενδιαφέροντος, με έμφαση στον Λίβανο, στη Συρία και τη Λιβύη.
Στο παρασκήνιο ωριμάζει η ιδέα ενός φόρουμ χωρών της ανατολικής Μεσογείου, πρόταση που έχει διατυπώσει και ο Ελληνας πρωθυπουργός, χωρίς όμως ακόμη να έχουν αρθεί οι σοβαρές εκκρεμότητες στις διμερείς σχέσεις των κρατών της περιοχής. Η εκπρόσωπος του ελληνικού ΥΠΕΞ Λάνα Ζωχιού ξεκαθάρισε πρόσφατα ότι η Αθήνα δεν έχει λάβει γνώση συγκεκριμένης αμερικανικής πρωτοβουλίας, υπογραμμίζοντας πως τα ζητήματα με την Τουρκία αντιμετωπίζονται διμερώς, όπως επιβάλλει το Διεθνές Δίκαιο, και ότι «καμία πρωτοβουλία τρίτων» δεν έχει επισήμως τεθεί.
Παρά ταύτα, η πραγματικότητα στο πεδίο δείχνει ότι ο Τομ Μπάρακ, ο Μασάντ Μπούλος και η νέα πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, συγκροτούν ένα άτυπο τρίγωνο προσωπικών απεσταλμένων του Τραμπ στην περιοχή. Δεν είναι διπλωμάτες καριέρας, κάτι που, όπως επισημαίνουν έμπειροι αναλυτές, υποδηλώνει την προτεραιότητα που δίνει ο Αμερικανός πρόεδρος στο επιχειρείν και στη διαπλοκή οικονομίας και ασφάλειας, με την Τουρκία να αντιμετωπίζεται ως κρίσιμος εταίρος στα αμερικανικά σχέδια.
Στο ίδιο μοτίβο εντάσσεται και η όλο και στενότερη σχέση Αγκυρας – Βερολίνου. Παρά τον αποκλεισμό της Τουρκίας από το SAFE, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Johann Wandephul δήλωσε, κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Τούρκου ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν στο Βερολίνο, ότι η Γερμανία δεν έχει με καμία άλλη χώρα τόσο στενές σχέσεις όσο με την Τουρκία. Υπενθύμισε τις συχνές ανταλλαγές επισκέψεων, την πολυάριθμη τουρκική κοινότητα στη Γερμανία -με ακόμα και μέλος της κυβέρνησης του Βερολίνου- και τη σημασία που έχει η Τουρκία ως σύμμαχος στο ΝΑΤΟ και μεσολαβητής στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας. Ο ίδιος ζήτησε «νέο κεφάλαιο» στις σχέσεις Ε.Ε. – Τουρκίας, εφόσον η Αγκυρα επιλέξει τον δρόμο της ευρωπαϊκής προοπτικής.
Ο Φιντάν, από την πλευρά του, έκανε λόγο για «νέα φάση» στις σχέσεις Γερμανίας – Τουρκίας, προανήγγειλε στρατηγικό διάλογο το πρώτο εξάμηνο του 2026 και ενεργοποίηση κοινών επιτροπών για οικονομία, εμπόριο, ενέργεια και εξορύξεις, με ιδιαίτερη αναφορά στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, στην Τεχνητή Νοημοσύνη, στην τεχνολογία και την ψηφιοποίηση. Στο επίκεντρο των τουρκικών αιτημάτων βρίσκονται η επικαιροποίηση της τελωνειακής ένωσης, η απελευθέρωση των θεωρήσεων και η πρόσβαση στη ζώνη Σένγκεν, με τον Τούρκο ΥΠΕΞ να τονίζει ότι η Ε.Ε. παραμένει στρατηγικός στόχος και ότι η Αγκυρα θα επιχειρήσει να εκπληρώσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Οι εξελίξεις φαίνεται να τον δικαιώνουν, καθώς η Τουρκία έχει ήδη διεισδύσει στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, μέσω συνεργασιών με Ιταλία και Ισπανία, ενώ πρόσφατα έλαβε το «πράσινο φως» από το Βερολίνο για την αγορά 20 μαχητικών Eurofighter.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 12/12/2025)





