Όταν ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε στις 2 Απριλίου την επιβολή σαρωτικών «ανταποδοτικών» δασμών στα εισαγόμενα προϊόντα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το σοκ ήταν άμεσο και παγκόσμιο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που προσπαθούσε να επουλώσει τις πληγές από την ενεργειακή κρίση και τον υψηλό πληθωρισμό, βρέθηκε τότε αντιμέτωπη με τον φόβο μιας νέας οικονομικής αναταραχής.
Οκτώ μήνες αργότερα, και μετά την εμπορική συμφωνία ΕΕ–ΗΠΑ στα τέλη Ιουλίου, το τοπίο έχει αλλάξει αισθητά. Οι αρχικές ανησυχίες στην Ευρώπη έχουν υποχωρήσει, με το ενδιαφέρον να μετατοπίζεται πλέον στη ραγδαία αύξηση των εισαγωγών από την Κίνα και στη διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος με τον ασιατικό γίγαντα.
Η οικονομική ανάκαμψη της Ευρωζώνης συνεχίζεται με ταχύτερο ρυθμό από ό,τι αναμενόταν πριν από το δασμολογικό σοκ. Οι εξαγωγές ανέκαμψαν δυναμικά στο τρίτο τρίμηνο του 2025, μετά την προσωρινή κάμψη του δεύτερου, η οποία αποδίδεται κυρίως στην έντονη αύξηση των αποστολών τον Μάρτιο. Τότε, αμερικανικές επιχειρήσεις έσπευσαν να ενισχύσουν τα αποθέματά τους από ευρωπαίους προμηθευτές, ενόψει των επικείμενων αυξήσεων στους δασμούς.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, το ΑΕΠ της Ευρωζώνης αυξήθηκε με ετήσιο ρυθμό 1,4% στο τρίτο τρίμηνο του 2025, έναντι 1,3% στο τέλος του 2024. Τον Σεπτέμβριο, η αξία των εξαγωγών της ΕΕ προς τις ΗΠΑ ενισχύθηκε κατά 15,4%, παρά το γεγονός ότι το ευρώ ήταν σημαντικά ανατιμημένο έναντι του δολαρίου, καθιστώντας τα ευρωπαϊκά προϊόντα ακριβότερα για τους Αμερικανούς καταναλωτές. Παράλληλα, το εμπορικό πλεόνασμα της ΕΕ με τις ΗΠΑ αυξήθηκε.
Στο εννεάμηνο Ιανουαρίου–Σεπτεμβρίου, οι εξαγωγές της ΕΕ προς τις ΗΠΑ σημείωσαν άνοδο 9,4%, με αντίστοιχη διεύρυνση του πλεονάσματος στο διμερές εμπορικό ισοζύγιο. Στην Ελλάδα, οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 1,7% στο ίδιο διάστημα, σύμφωνα με τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Εξαγωγέων. Συνολικά, οι ελληνικές εξαγωγές (εξαιρουμένων των καυσίμων) ενισχύθηκαν κατά 2,7% έως τον Οκτώβριο, ενώ το εμπορικό έλλειμμα μειώθηκε κατά 6%.
Παρότι το χρονικό διάστημα από την επιβολή των δασμών δεν επιτρέπει ακόμη οριστικά συμπεράσματα, οι ευρωπαϊκές εξαγωγές εμφανίζουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν η συμφωνία με τις ΗΠΑ, που περιόρισε τους δασμούς στο 15% για τα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα, οι νέες εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ με τρίτες χώρες, αλλά και η αδυναμία της αμερικανικής οικονομίας να καλύψει άμεσα το κενό από ενδεχόμενη μείωση των εισαγωγών.
Την ίδια στιγμή, οι επιπτώσεις των αμερικανικών δασμών γίνονται αισθητές στις ευρωπαϊκές εισαγωγές, κυρίως από την Κίνα. Τα στοιχεία των κινεζικών τελωνείων δείχνουν ότι οι εξαγωγές της Κίνας προς την ΕΕ αυξήθηκαν κατά 14,8% τον Νοέμβριο σε ετήσια βάση, ρυθμός σημαντικά υψηλότερος από τη συνολική αύξηση των κινεζικών εξαγωγών. Η ανατίμηση του ευρώ έναντι του γουάν ενίσχυσε περαιτέρω αυτή την τάση.
Οι εισαγωγές από την Κίνα αφορούν πλέον προϊόντα υψηλής αξίας, όπως ηλεκτρονικές συσκευές, αυτοκίνητα, ρομπότ και ημιαγωγούς, ενώ οι εξαγωγές της ΕΕ προς την Κίνα εμφανίζουν εξασθένηση. Το αποτέλεσμα είναι η εκρηκτική αύξηση του εμπορικού ελλείμματος της ΕΕ με την Κίνα, το οποίο εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει σημαντικά φέτος το περσινό επίπεδο των περίπου 300 δισ. ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει τους αρχικούς φόβους ότι ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ–Κίνας θα επηρέαζε την Ευρώπη κυρίως μέσω της ανακατεύθυνσης κινεζικών εξαγωγών. Ενδεικτικό είναι ότι η Κίνα κατέγραψε στο ενδεκάμηνο Ιανουαρίου–Νοεμβρίου εμπορικό πλεόνασμα-ρεκόρ άνω του 1 τρισ. δολαρίων, οδηγώντας ορισμένους αναλυτές να τη χαρακτηρίσουν ως τη μεγάλη κερδισμένη της σύγκρουσης.
Ωστόσο, το Πεκίνο γνωρίζει ότι η ανεξέλεγκτη αύξηση των εξαγωγών του ενδέχεται να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις. Ήδη, το Μεξικό επέβαλε δασμούς έως 50% σε κινεζικά προϊόντα, ενώ ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν έχει προειδοποιήσει για πιθανή επιβολή ευρωπαϊκών δασμών αν δεν περιοριστεί το κινεζικό πλεόνασμα. Παράλληλα, η Κίνα διατηρεί ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο: τον κυρίαρχο ρόλο της στην παγκόσμια παραγωγή σπάνιων γαιών.
Τέλος, η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, κάλεσε την Κίνα να στραφεί περισσότερο στην τόνωση της εγχώριας ζήτησης, υπογραμμίζοντας ότι μια οικονομία ύψους 19 τρισ. δολαρίων δεν μπορεί να βασίζεται διαρκώς στα εμπορικά πλεονάσματα για την ανάπτυξή της.





