Mε την υπογραφή συμφωνίας ΗΠΑ – Αυστραλίας για σπάνιες γαίες η διοίκηση Τραμπ ενισχύει τη διαπραγματευτική της θέση έναντι της Κίνας.
ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΓΕΛΑΝΤΑΛΙ
Με το Πεκίνο να έχει «εργαλειοποιήσει» και το συγκεκριμένο θέμα, είχε βρεθεί σε πλεονεκτική θέση τα τελευταία χρόνια, «στριμώχνοντας» τις ΗΠΑ, εν γένει την Δύση, σε καίρια ζητήματα που αφορούν από την κατασκευή των smartphones και ηλεκτρικών οχημάτων μέχρι μαχητικά αεροσκάφη.
Αρέσει, δεν αρέσει, είναι η διοίκηση Τραμπ που αποδύεται στην προσπάθεια αποκατάστασης των ισορροπιών, σε μία ιστορική περίοδο που στη (γεω)πολιτική σκακιέρα τα κάθε λογής συμφέροντα λαμβάνουν επιτελικές θέσεις. Με τις υπογραφές του προέδρου των ΗΠΑ και του πρωθυπουργού της Αυστραλίας, οι δύο κυβερνήσεις θα επενδύσουν από κοινού σε ορυχεία και έργα επεξεργασίας στην Αυστραλία, με σκοπό να ενισχύσουν την παραγωγή πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται σε προηγμένες τεχνολογίες.
Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό της, η Αυστραλία διαθέτει αγωγό αξίας 8,5 δισ. δολ. που είναι έτοιμος να τεθεί σε λειτουργία, με τον Τραμπ να ανταπαντά πως «σε περίπου έναν χρόνο από τώρα θα έχουμε τόσα κρίσιμα ορυκτά και σπάνιες γαίες που δεν θα ξέρετε τι να τα κάνετε…». Προφανής η προσπάθεια του Λευκού Οίκου που υιοθετεί όλο και πιο ριζοσπαστικά μέτρα για να αρχίσει η παραγωγή σπάνιων γαιών εκτός Κίνας, σε ένα πεδίο που η ασιατική χώρα επί σειρά ετών κυριαρχούσε στην προμήθεια ορυκτών απαραίτητων για κατασκευή από smartphones μέχρι μαχητικά αεροσκάφη. Αυτή την τακτική των ΗΠΑ, προκειμένου να επανακτήσουν ζωτικό χώρο σε αυτό το πεδίο, (παρ)ακολουθούν και οι επενδυτές, με το αποτέλεσμα εντυπωσιακό, όπως καταγράφεται στη θεαματική άνοδο μετοχών εταιριών που άμεσα/έμμεσα εμπλέκονται από την εξόρυξη και την επεξεργασία μέχρι την παραγωγή και διάθεση.
Η ΕΥΡΩΠΗ
Σε δευτερεύοντα ρόλο και η Ευρώπη, που δείχνει να έχει αντιληφθεί τη στρατηγική σημασία που έχει η συγκεκριμένη αγορά και που μέσω αυτής έχει αρχίσει να συγκλίνει με τις ΗΠΑ έναντι της παντοδυναμίας της Κίνας. Σε ό,τι δε αφορά την Ευρώπη, η Ελλάδα έχει την «πρώτη ύλη», συνάμα το παράθυρο ευκαιρίας για να διεκδικήσει το μερίδιο που της αναλογεί στον ευρύτερο σχεδιασμό της περιοχής.
Μέσω του στρατηγικού βήματος της Metlen στην παραγωγή γερμανίου και σκαδίου, με τον επικεφαλής του ομίλου να δηλώνει από το Μάρτιο «παρών» στην παραγωγή σπάνιων γαιών, η ελληνική πλευρά διαθέτει πλεονέκτημα. Το σκάνδιο θα παράγεται από την παλιά κόκκινη λάσπη που πέταγαν στη θάλασσα οι Γάλλοι, ενώ έχει ήδη αρχίσει το πιλοτικό έργο εξαγωγής και επεξεργασίας σκανδίου από τα κατάλοιπα βωξίτη. Η Metlen διαθέτει πάνω από 750 εκατ. τόνους βωξιτικών καταλοίπων υψηλής περιεκτικότητας σε σκάνδιο ετησίως, γεγονός που την καθιστά ικανή να αναδειχθεί σε σημαντικό παγκόσμιο παραγωγό του μετάλλου. Σύμφωνα με την Citi η έγκριση επέκτασης -ύψους 295 εκατ.- στη μονάδα αλουμίνας, με σκοπό την παραγωγή 50 τόνων γαλλίου – έως το 2027-2028 – θα αποτελέσει σημαντικό βήμα ένταξης της Metlen στην ευρωπαϊκή αλυσίδα των κρίσιμων πρώτων υλών. Υπάρχει η προοπτική η Ελλάδα να γίνει εξαγωγέας στοιχείων όπως το γάλλιο, το οποίο είναι κρίσιμο για την ψηφιακή και την αμυντική βιομηχανία.
Σε 2-3 χρόνια η Ελλάδα θα μπορούσε να εξάγει γάλλιο σε όλη την Ευρώπη, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Εθνικού Γεωλογικού Μουσείου. Ωστόσο, πέραν του (γεω)πολιτικού ενδιαφέροντος και το επιχειρηματικό/επενδυτικό (από κοινού αμφότερα), καθώς οι μετοχές των MP Materials, USA Rare Earth (εισηγμένων στο NYSE) και της αυστραλιανής Lynas έχουν υπερδιπλάσια τιμή απ’ ό,τι στην αρχή του έτους. Η άνοδος των τιμών μετοχών έχει επεκταθεί και σε εταιρίες παραγωγής κρίσιμων ορυκτών και άλλων μετάλλων (λ.χ., λίθιο, κοβάλτιο, γερμάνιο κ.ά.). Ενδεικτικό της τακτικής που ακολουθεί η Ουάσινγκτον το γεγονός πως μόνο τον Σεπτέμβριο τα αμερικανικά συμφέροντα απέκτησαν μετοχικά μερίδια στις καναδικές Lithium Americas και Trilogy Metals, επιδιώκοντας -σε πρώτη φάση- να τις ενισχύσουν κεφαλαιακά, ώστε να υλοποιήσουν επενδυτικά προγράμματα τελευταίας τεχνολογίας.
ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ
Επιδίωξη της διοίκησης Τραμπ να δημιουργήσει ένα στρατηγικό απόθεμα ορυκτών για να το «χρηματιστηριοποιήσει», πρακτικά να μπορεί να ελέγχει την «τιμολόγησή» τους, αποτρέποντας το volatility που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη αγορά και μέχρι τώρα εξαρτάται από τις ορέξεις του Πεκίνου (άλλοτε μειώνει τις εξαγωγές, άλλοτε τις αυξάνει). Η σχετική σταθεροποίηση μιας αγοράς διασφαλίζει, σε μεγάλο ποσοστό, τη διαχείριση προσφοράς – ζήτησης, την πολιτική τιμών. Επί της ουσίας, η Ουάσινγκτον θέλει να διαμορφώσει δικούς της όρους, που συν τω χρόνω θα δημιουργήσουν μία «δευτερογενή» αγορά, που θα έχει άμεση αντιστοίχιση με εταιρίες, με χρηματοοικονομικά εργαλεία κ.λπ. Εύλογη η προσπάθεια θα πει κάποιος, μόνο που υλοποιείται επί θητείας Τραμπ και όχι Μπάιντεν, περίοδο που οι ΗΠΑ και συνολικά η Δύση ήταν «όμηρος» της Κίνας.
Από κοντά και τα επενδυτικά κεφάλαια που «βλέπουν» πεδίο αποδόσεων λαμπρόν.
Ενδεικτική η περίπτωση της Perpetua Resources, που τον Ιούνιο, μέσω ΙΡΟ, άντλησε 425 εκατ. δολ. Σκοπός, η επαναλειτουργία ενός ορυχείου στο Αϊντάχο που παράγει χρυσό και αντιμόνιο, από τα top κρίσιμα ορυκτά. Αλλά και τελευταία, μέσα Οκτωβρίου η Standard Lithium συγκέντρωσε 130 εκατ. δολ. (μέσω δημόσιας προσφοράς) και η Critical Metals ανακοίνωσε ότι εξασφάλισε 50 εκατ. δολ. (από ανώνυμο θεσμικό επενδυτή) για να προχωρήσει στην ανάπτυξη έργου σπάνιων γαιών στη Γροιλανδία.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 24/10/2025)





