Μια σημαντική ανατροπή καταγράφηκε στις ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων, καθώς η απόδοση των 10ετών γαλλικών τίτλων ξεπέρασε για πρώτη φορά την αντίστοιχη των ιταλικών. Παραδοσιακά, η Ιταλία θεωρούνταν η χώρα με το υψηλότερο κόστος δανεισμού στην Ευρωζώνη, γεγονός που καθιστά την εξέλιξη αυτή ιδιαίτερη.
ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
Η αλλαγή αυτή ήρθε μετά την παραίτηση της κυβέρνησης του Φρανσουά Μπαϊρού, γεγονός που εντείνει την πολιτική αβεβαιότητα. Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν αναμένεται να διορίσει νέο πρωθυπουργό, τον πέμπτο μέσα σε δύο χρόνια, δημιουργώντας πρόσθετες ανησυχίες για τη δυνατότητα σταθερής διακυβέρνησης.
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ
Η Γαλλία εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλά ελλείμματα. Το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει φέτος το 5% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο χρέος αυξάνεται με γοργό ρυθμό. Αυτά τα στοιχεία επηρεάζουν άμεσα την εμπιστοσύνη των επενδυτών και ασκούν πίεση στις αποδόσεις των ομολόγων.
ΕΠΑΝΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
Η αντιστροφή στις αποδόσεις των δύο χωρών σηματοδοτεί ουσιαστικά μια νέα εκτίμηση του κρατικού κινδύνου στην Ευρωζώνη. Η απόδοση των 10ετών γαλλικών τίτλων διαμορφώθηκε στο 3,469%, έναντι 3,464% των ιταλικών, υπογραμμίζοντας ότι η Γαλλία θεωρείται πλέον από τις αγορές περισσότερο επισφαλής σε σχέση με την Ιταλία.
ΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ SPREAD
Τα τελευταία δύο χρόνια το spread μεταξύ γαλλικών και ιταλικών ομολόγων μειωνόταν σταθερά. Από πάνω από 100 μονάδες βάσης το 2022, έπεσε στις 40 μονάδες στο τέλος του 2024 και πλέον πέρασε σε αρνητικό επίπεδο. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι δεν πρόκειται για βραχυπρόθεσμη διακύμανση αλλά για μια πιο διαρθρωτική αλλαγή.
ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ
Η πίεση στα γαλλικά ομόλογα οφείλεται κυρίως στις μεγάλες ανάγκες δανεισμού, στα επίμονα ελλείμματα και στην πολιτική αβεβαιότητα. Αντίθετα, η Ιταλία επωφελήθηκε από την απρόσμενη ανθεκτικότητα της οικονομίας της, καθώς και από τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε επανεξέταση της πιστοληπτικής της ικανότητας από τους οίκους αξιολόγησης. Αυτό ενδέχεται να περιορίσει τα περιθώρια της κυβέρνησης να υλοποιήσει φιλόδοξα σχέδια δαπανών, σε μια περίοδο που η οικονομική και πολιτική σταθερότητα είναι κρίσιμη.





