Γεωπολιτικό «παζάρι» με άξονα Ουάσινγκτον – Μόσχας

Τι σημαίνει για την Ευρώπη το τετ α τετ Τραμπ - Πούτιν στην Αλάσκα - Ποιες είναι οι ισχυρές επιπτώσεις στις ενεργειακές και εμπορικές ισορροπίες και ποιον ρόλο μπορεί να έχει η Ε.Ε.

Οι συμφωνίες που έχει υπογράψει η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για φυσικό αέριο και εξοπλισμούς δεσμεύουν ευρωπαϊκά κράτη σε ακριβές επιλογές, μειώνοντας τα περιθώρια ευελιξίας σε πιθανή αλλαγή δεδομένων

Αύριο, Παρασκευή -15 Αυγούστου, ανήμερα της Παναγίας-, έχει προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί η συνάντηση Τραμπ – Πούτιν στην Αλάσκα. Εχει ενδιαφέρον γιατί η συγκεκριμένη πολιτεία των ΗΠΑ ήταν ρωσικό έδαφος μέχρι το 1867, χρονιά κατά την οποία πουλήθηκε στις ΗΠΑ από τον τσάρο Αλέξανδρο Β’ αντί 7,2 εκατ. δολάρια, για να αποτελέσει το 49ο αστέρι της σημαίας των ΗΠΑ στις 3 Ιανουαρίου 1959. Θεωρείται δε η πιο φιλορωσική πολιτεία της αμερικανικής ομοσπονδίας. Αναλυτές θεωρούν πως για να φτάσουν στη στιγμή της συνάντησης οι δύο πλευρές πιθανότατο ενδεχόμενο θα πρέπει να θεωρείται αυτό της «κάποιας αρχικής έστω συμφωνίας», σχεδόν μηδενίζοντας την πιθανότητα «ναυαγίου».

Με αυτό ως βασικό σενάριο εκπονούν τα σχέδιά τους άπαντες από την πολιτική… ελίτ της Ευρώπης, τα πανίσχυρα επενδυτικά σπίτια, τα κάθε λογής συμφέροντα. Για την Ευρώπη ζητούμενο είναι να μην αποκλειστεί -εκ προοιμίου-, να φανεί πως έχει κάποιον ρόλο στην όλη διαδικασία, που προφανώς και την αφορά άμεσα. Το θέμα είναι η ευρωπαϊκή πλευρά να μην είναι εντελώς παρατηρητής, ευρισκόμενη ωστόσο -ήδη- σε δυσχερή θέση, καθώς έχει προηγηθεί η συμφωνία Ε.Ε. – ΗΠΑ, με τις υπογραφές Φον ντερ Λάιεν και Ντόναλντ Τραμπ. Στο οικονομικό πεδίο έχουν γίνει, πλέον, αποδεκτές οι αξιώσεις της Ουάσινγκτον για δασμό 15% (και 25% στις εισαγωγές χάλυβα, αλουμινίου), η υποχρέωση προμήθειας φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ (τρεις και τέσσερις φορές ακριβότερο από το ρωσικό), η δέσμευση για αγορά αμυντικού – στρατιωτικού εξοπλισμού σε ποσοστό 40%-45% -στο πλαίσιο της αύξησης των δαπανών έως το 5% του ΑΕΠ, κάθε χώρας-μέλους- συν τα βάρη από την τεχνητή υπερτίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου, τα κίνητρα μετεγκατάστασης εταιριών στις ΗΠΑ, όπως και η δημιουργία παραγωγικής βάσης στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού.

ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΑΠΕΓΚΛΩΒΙΣΜΟΥ

Η κοινή λογική λέει πως μία κάποιας μορφής συμφωνία για την Ουκρανία θα μπορούσε να είναι ευκαιρία για απεγκλωβισμό της ευρωπαϊκής οικονομίας από το υπέρβαρο ενεργειακό κόστος, την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, συνακόλουθα στη σταδιακή έξοδο από το υφεσιακό σπιράλ.

Ωστόσο, η Φον ντερ Λάιεν έχει υπογράψει για την προμήθεια φυσικού αερίου συνολικού κόστους 750-800 δισ. δολαρίων (μέχρι το 2028), που σημαίνει ότι ακόμη στην περίπτωση «ειρήνευσης» (κάποια στιγμή) δεν θα μπορεί να στραφεί προς το φθηνότερο αέριο της Μόσχας. Παράλληλα, οι κυβερνήσεις των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ έχουν δεσμευτεί για την αύξηση των αμυντικών – στρατιωτικών δαπανών -με την προμήθεια σημαντικού μέρους, από βιομηχανίες, επιχειρήσεις των ΗΠΑ-, που πρακτικά «δένει τα χέρια» για ευρωπαϊκοκεντρική ανάπτυξη του κλάδου του defence. Πιθανά σε αυτή την περίπτωση να βγει κερδισμένη -συγκριτικά πάντα- η Γερμανία, καθώς διαθέτει ισχυρό οικονομικό πλεονέκτημα (έλλειμμα, χρέος κ.λπ.) έναντι της Γαλλίας, της Ιταλίας – την ώρα που δίνεται όλο και ευρύτερος ζωτικός χώρος για είσοδο – παρουσία τρίτων χωρών (λ.χ. Τουρκίας).

Συνακόλουθα, πολύ πιθανό είναι, πλέον, το ενδεχόμενο χώρες όπως η Γερμανία να επιδιώξουν διαπραγματεύσεις για ειδικού τύπου συμφωνίες λ.χ. Βερολίνου – Ουάσινγκτον που, ήδη, προωθεί ο Μερτς. Δεδομένου ότι για τον Τραμπ και τη διοίκηση της Ουάσινγκτον επιδίωξη εξαρχής ήταν ο… διεμβολισμός της «ενιαίας» (;) Ευρώπης και η προώθηση των προσφιλών του Β2Β συμφωνιών, το πιθανότερο ενδεχόμενο είναι πως η όποια πρόοδος στη συνάντηση με τον Πούτιν θα είναι επ’ ωφελεία των συμφερόντων των ΗΠΑ – δευτερευόντως της Ρωσίας και ελάχιστα για την Ευρώπη. Και, μάλιστα, κατά περίπτωση για τα 27 κράτη-μέλη. Ενδεχόμενο που θα επιτείνει τις-ούτως ή άλλως- ενεργές φυγόκεντρες τάσεις.
Και σαν να μην έφτανε αυτός ο κίνδυνος, η ευρωπαϊκή οικονομία έχει περιέλθει σε σημείο υφεσιακής καμπής, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να μη διαθέτει ευελιξία και μηχανισμούς διαχείρισης της κρίσης. Πολύ δε περισσότερο εάν η FED στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου (15-16/9) αποφασίσει να μειώσει τα επιτόκια.

Μ. ΓΕΛ.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 14/8/2025)

* Η εικόνα του άρθρου δημιουργήθηκε με τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης.


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ