Τουρισμός – Πόσα πραγματικά έσοδα έμειναν τον Ιούλιο πίσω από τον, τάχα, «θρίαμβο»;

Ο ΤΖΙΡΟΣ «ΦΟΥΣΚΩΝΕΙ» ΑΠΟ ΤΙΣ ΥΨΗΛΕΣ ΤΙΜΕΣ - ΤΟ ΚΡΙΣΙΜΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ «ΠΟΣΑ ΕΙΣΠΡΑΞΑΜΕ», ΑΛΛΑ «ΠΟΣΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΠΟΜΕΝΟΥΝ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΤΑ ΕΣΟΔΑ»

Η θερινή τουριστική περιόδος έχει ολοκληρωθεί και σε ονομαστικούς όρους ο Ιούλιος 2025 ήταν θετικός. Τα ταξιδιωτικά έσοδα αυξήθηκαν σημαντικά έναντι του 2024 και ξεπέρασαν το 2023. Ομως, σε «πραγματικούς» όρους, δηλαδή μετά από τον αποπληθωρισμό των υπηρεσιών, το καθαρό όφελος που φαίνεται ότι έμεινε ήταν οριακό. Δεν πρόκειται λοιπόν για έναν «θρίαμβο», όπως κάποιοι υποστηρίζουν, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια επιστροφή στα προ πανδημίας και προ σαρωτικής ακρίβειας επίπεδα, με υψηλότερο κόστος.

Τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) είναι σαφή: Τον Ιούλιο του τρέχοντος έτους τα έσοδα ανήλθαν στα 4,523.9 δισ. ευρώ, από 3,932.7 δισ. τον αντίστοιχο μήνα του 2024 (15%) και υψηλότερα από την ίδια χρονική περίοδο του 2023 (4,146.2 δισ. ευρώ, δηλαδή 9,1% υψηλότερα από το ’23). Από τα δεδομένα αυτά, λοιπόν, προκύπτει μια πολύ θετική εικόνα.

ΤΟ ΚΡΙΣΙΜΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

Είναι, όμως, έτσι; Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο «πόσα εισπράξαμε», αλλά «τι αξίζουν», πόσα πραγματικά απομένουν από αυτά τα έσοδα. Για να προκύψει πόση αξία έχουν πραγματικά οι εισπράξεις, πρέπει να αποπληθωριστούν, χρησιμοποιώντας τον δείκτη υπηρεσιών (διαμονή, εστίαση, μεταφορές κ.λπ.) δεδομένου ότι τα τελευταία δύο χρόνια οι τιμές τους ανέβηκαν περισσότερο από τον γενικό δείκτη. Όταν αφαιρεθεί η επίδραση της ακρίβειας, η ονομαστική υπεροχή του 2025 έναντι του 2023 «ψαλιδίζεται» σημαντικά. Το καθαρό κέρδος είναι μικρό και μπορεί να γίνεται οριακό, ανάλογα με τον δείκτη αποπληθωρισμού που εφαρμόζεται.

Στις ξενοδοχειακές τιμές, τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν άνοδο σε βασικούς δείκτες (μέση/διάμεση τιμή) από χρόνο σε χρόνο, με διαφοροποιήσεις ανά προορισμό και κατηγορία. Επιπλέον, το τέλος κλιματικής ανθεκτικότητας επιβαρύνει τον ταξιδιώτη χωρίς να μεταφράζεται ισόποσα σε καθαρό έσοδο για τον πάροχο. Με απλά λόγια, ο τζίρος «φουσκώνει» και από τις υψηλές τιμές.

Την ίδια στιγμή, ένα μεγάλο ποσοστό Ελλήνων δηλώνει ότι δεν μπορεί να αντέξει ούτε μία εβδομάδα διακοπές. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει το χάσμα ανάμεσα στα αριθμητικά «ρεκόρ» και την πραγματικότητα των νοικοκυριών.

Παράλληλα, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλά λειτουργικά κόστη (ενέργεια, μισθοί, πρώτες ύλες) και επενδύσεις που πρέπει να αποσβεστούν. Οι παράγοντες αυτοί συντελούν με τη σειρά τους στην άνοδο της ακρίβειας.

Προκύπτει, λοιπόν, ότι ο Ιούλιος του 2025 ήταν ένας καλός μήνας για τα ταμεία και σαφώς καλύτερος από το 2024. Δεν ήταν, όμως, «θρίαμβος» σε πραγματικούς όρους. Η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική που θα παρουσιάζει και αποπληθωρισμένες συγκρίσεις, θα ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και θα δίνει σημασία στην κοινωνική ισορροπία.


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ