Με χαμηλότερες από τις αναμενόμενες επιδόσεις έκλεισε ο Ιούλιος του 2025 για τα ξενοδοχεία της Αθήνας, συνεχίζοντας την τάση που είχε ήδη διαφανεί από τον Ιούνιο. Παρότι το πρώτο επτάμηνο της χρονιάς κινήθηκε στα ίδια περίπου επίπεδα με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, ο Ιούλιος –μήνας αιχμής για τον τουρισμό– κατέγραψε ανησυχητικά στοιχεία.
Συγκεκριμένα, τα αθηναϊκά ξενοδοχεία σημείωσαν μείωση τόσο στη μέση πληρότητα όσο και στο έσοδο ανά διαθέσιμο δωμάτιο (RevPAR), δύο δείκτες που αντανακλούν άμεσα την πραγματική απόδοση των επιχειρήσεων. Την ίδια στιγμή, η μέση τιμή δωματίου (ADR) διατηρήθηκε σχεδόν αμετάβλητη σε σχέση με πέρυσι, γεγονός που υποδηλώνει ότι η πίεση δεν προήλθε από τις τιμολογιακές στρατηγικές, αλλά από τη χαμηλότερη ζήτηση.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση της Ένωσης Ξενοδόχων Αθηνών-Αττικής και Αργοσαρωνικού (ΕΞΑ):
Ο Ιούλιος 2025 κατέγραψε 83,3% μέση πληρότητα, έναντι 86,4% του περσυνού Ιουλίου, εμφανίζοντας μείωση της τάξης του (-) 3,6%, σε συνέχεια ενός Ιουνίου που επίσης παρουσίασε πτώση της μέσης πληρότητας κατά 2%. Αξίζει να σημειωθεί πως η αντίστοιχη αρνητική μεταβολή μέσης πληρότητας Ιουλίου 2025 έναντι του Ιουλίου 2023 φτάνει το (-) 5,7%.
Η Μέση Τιμή Δωματίου (ADR), τον Ιούλιο διαμορφώθηκε στα 207,85 ευρώ, έναντι 205,54 ευρώ του περσινού Ιουλίου, δηλαδή παρατηρήθηκε μικρή αύξηση της τάξης του 1,1%, το δε RevPar Ιουλίου 2025 διαμορφώθηκε στα 173,19 ευρώ, έναντι 177,64 ευρώ του περσινού Ιουλίου, δηλαδή μειώθηκε κατά (-) 2,5%.
Η κίνηση και απόδοση των αθηναϊκών ξενοδοχείων σε επίπεδο επταμήνου, κλείνει στα ίδια περίπου επίπεδα με την αντίστοιχη περσινή περίοδο κάτι που αποδίδεται κυρίως στην καλύτερη απόδοση των ξενοδοχείων κατά το Α΄ τρίμηνο του έτους:
Η μέση πληρότητα στα ξενοδοχεία της Αθήνας κατά το επτάμηνο 2025 (75,8%) σημείωσε αύξηση της τάξης του 0,4%, η μέση τιμή δωματίου (ADR) διαμορφώθηκε στα 176,18 ευρώ σημειώνοντας αύξηση κατά 1,6% έναντι της αντίστοιχης περσινής περιόδου, ενώ το μέσο έσοδο ανά διαθέσιμο δωμάτιο (Rev Par) έφτασε στα 133,49 ευρώ (αύξηση κατά 2% έναντι του περσινού επταμήνου). Ιδιαίτερα πιεσμένα εμφανίζονται τα ξενοδοχεία 3* όπου οι δείκτες πληρότητας ακολουθούν πτωτική πορεία από τον μήνα Μάρτιο.
Συγκριτικά με τις πόλεις – ανταγωνιστές της Αθήνας, σε επίπεδο επταμήνου οι επιδόσεις της Αθήνας σε πληρότητα, μέση τιμή δωματίου και έσοδο ανά διαθέσιμο δωμάτιο εξακολουθούν να είναι καλύτερες από αυτές της Κωνσταντινούπολης, αλλά απέχουν απ’ αυτές της Βαρκελώνης, της Μαδρίτης και της Ρώμης.
Ειδικά σε ό,τι αφορά στην μέση τιμή δωματίου (ADR), παρατηρούμε αύξηση κατά 1,6% για την Αθήνα, κατά 3% για την Ρώμη, κατά 4,9% για την Μαδρίτη και κατά 2.4% για τη Βαρκελώνη, ενώ στην Κωνσταντινούπολη σημειώθηκε μείωση κατά (-)1,9%. Αντίστοιχα, στο έσοδο ανά διαθέσιμο δωμάτιο (RevPar) κατά το επτάμηνο, παρατηρήθηκε μείωση για την Αθήνα κατά 2%, ενώ για την Μαδρίτη αύξηση κατά 4,8%, για την Βαρκελώνη αύξηση κατά 1,3%, για την Ρώμη αύξηση κατά 2% ενώ στην Κωνσταντινούπολη καταγράφηκε μείωση κατά (-)3% έναντι της αντίστοιχης περσινής περιόδου.
Όπως αναφέρει η Ένωση Ξενοδόχων Αθηνών-Αττικής και Αργοσαρωνικού, “τα στοιχεία αποτυπώνουν και επιβεβαιώνουν την αίσθηση που οι περισσότεροι -άνθρωποι του Τουρισμού αλλά και πολίτες – έχουμε για μια “επικίνδυνη στασιμότητα” στις τουριστικές επιδόσεις της Αθήνας και της χώρας γενικότερα. Καλούμε την Πολιτεία και την Τοπική Αυτοδιοίκηση να λάβουν υπόψη τους τα “μηνύματα” των επαγγελματιών του κλάδου και να προσανατολιστούν εγκαίρως προς μέτρα, στρατηγικές, αποφάσεις, δράσεις και στόχους που θα ενδυναμώσουν την ανταγωνιστικότητα του τουριστικού προϊόντος, θα βελτιώσουν τις δημόσιες υποδομές, θα αναβαθμίσουν την τουριστική εμπειρία και πρόταση για το 2026 και θα ενισχύσουν τη σχέση μας με τις παραδοσιακές αγορές αλλά και με νέες, καθώς ήδη υπάρχουν σημάδια ενδιαφέροντος για την Αθήνα – με τις νέες πτήσεις που ανακοινώθηκαν.
“Αναμένουμε δε, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις φετινές ανακοινώσεις του πρωθυπουργού στην Δ.Ε.Θ. ελπίζοντας πως δε θα επαναληφθούν για την ξενοδοχία “δυσάρεστες εκπλήξεις” ανάλογες με αυτές του 2024. Aντιθέτως, αναμένουμε ανακοινώσεις που θα δώσουν ώθηση, θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητα και θα συμβάλουν στην επανατοποθέτηση του ελληνικού τουρισμού – ενός τομέα που, ως γνωστόν, οφείλει να πρωτοπορεί, ανανεώνοντας διαρκώς την πρότασή του προς τις διεθνείς αγορές”.





