Μπορεί η Ελλάδα να βιώνει το 2024 ακόμα μία χρονιά ρεκόρ σε αφίξεις και έσοδα από τον τουρισμό, όμως πίσω από τη θετική αυτή εικόνα υποβόσκει ένας κίνδυνος που απειλεί τη βιωσιμότητα χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Ο κλάδος δείχνει να μετατοπίζεται ταχύτατα από το μοντέλο του «μαζικού τουρισμού» σε μια λογική «ποιοτικής αναβάθμισης», με στόχο τη μεγιστοποίηση της δαπάνης ανά επισκέπτη. Ομως η μετάβαση αυτή, αν δεν γίνει με συνθήκες ισορροπίας και συμπερίληψης, ενδέχεται να οδηγήσει σε αποκλεισμό μεγάλο μέρος της υφιστάμενης τουριστικής παραγωγικής βάσης.
Σύμφωνα με τη μελέτη της Eurobank με τίτλο «Πυλώνας τουρισμού: Βασικά χαρακτηριστικά, επίδραση στην οικονομία, προκλήσεις, ευκαιρίες και προτάσεις πολιτικής», την πενταετία 2020-2024 οι ταξιδιωτικές εισπράξεις στην Ελλάδα ανέκαμψαν εντυπωσιακά από το σοκ της πανδημίας, φτάνοντας το 2024 τα 21,6 δισ. ευρώ ή το 9,1% του ΑΕΠ. Ωστόσο, σε πραγματικούς όρους, δηλαδή σε σταθερές τιμές, οι φετινές εισπράξεις εξακολουθούν να υπολείπονται κατά 1,6% σε σχέση με το 2019. Η αντίφαση μεταξύ ονομαστικών ρεκόρ και πραγματικής οικονομικής απόδοσης οφείλεται στο νέο προφίλ του επισκέπτη: περισσότερες αφίξεις, αλλά μικρότερη διάρκεια παραμονής και χαμηλότερη δαπάνη.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., η μέση δαπάνη ανά ταξιδιώτη έχει υποχωρήσει στα 530,6 ευρώ το 2024, από 640,4 ευρώ το 2010. Την ίδια ώρα, η μέση διάρκεια παραμονής έχει περιοριστεί στις 5,9 διανυκτερεύσεις, από 9,3 πριν από δεκαπέντε χρόνια. Το φαινόμενο αυτό σχετίζεται με την ενίσχυση των «σύντομων διαλειμμάτων» και τη γενικότερη διεθνή τάση για πολλαπλούς σύντομους προορισμούς, αντί για μία μεγάλη παραμονή σε έναν τόπο. Το αποτέλεσμα είναι περισσότερη κινητικότητα, αλλά μικρότερη απόδοση ανά επίσκεψη για τις επιχειρήσεις φιλοξενίας και εστίασης.
Δείτε ακόμη: «Γκρίζα» σύννεφα στον τουρισμό εν μέσω θέρους
ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ
Η απάντηση η οποία φαίνεται να προκρίνεται από πλευράς Πολιτείας και μεγάλων παραγόντων της αγοράς είναι η στροφή σε ένα «ποιοτικότερο» μοντέλο τουρισμού, το οποίο θα βασίζεται σε λιγότερους αλλά πιο εύπορους ταξιδιώτες. Ηδη, σύμφωνα με τη μελέτη της Eurobank, την περίοδο 2019-2024 ο αριθμός των ξενοδοχείων 5 αστέρων αυξήθηκε κατά 37% και των 4 αστέρων κατά 14%, ενώ οι μονάδες 1 και 2 αστέρων μειώθηκαν. Οι τράπεζες, μέσω στοχευμένης χρηματοδότησης, υποστηρίζουν την αναβάθμιση υφιστάμενων μονάδων, επενδύοντας στο ανώτερο τμήμα της αγοράς.
Η τάση αυτή, ωστόσο, ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τις μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των τουριστικών καταλυμάτων στην Ελλάδα. Στη χώρα μας λειτουργούν περίπου 44.700 επιχειρήσεις στον κλάδο, με μεγάλο ποσοστό αυτών να διατηρούν κύκλο εργασιών κάτω των 100.000 ευρώ ετησίως.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη μελέτη της MDPI, ο μέσος ετήσιος τζίρος ανά ξενοδοχειακή μονάδα ανέρχεται σε 1.054.065 ευρώ, αλλά η κατανομή αυτή είναι ανισομερής, καθώς το 25% των ξενοδοχείων έχει τζίρο κάτω από 86.860 ευρώ, το 50% κυμαίνεται σε ένα μικρομεσαίο επίπεδο μεταξύ 241.842-723.924 ευρώ, ενώ το ανώτερο 25% ξεπερνά τα 723.924 ευρώ τον χρόνο, μια εικόνα που εμφανίζει έντονη ανομοιογένεια για τον κλάδο, καθώς λίγες μεγάλες μονάδες απορροφούν μεγάλη μερίδα του συνόλου.
Η πίεση στους μικρούς «παίκτες» είναι μεγάλη, καθώς ιδιαίτερα το χαμηλότερο 25% έχει περιορισμένες δυνατότητες επένδυσης και ανέλιξης στο υψηλότερο επίπεδο ενός πιο «ποιοτικού» τουρισμού.
Η συμπίεση της μέσης παραμονής και η μείωση της κατά κεφαλήν δαπάνης καθιστούν τις επιχειρήσεις αυτές ιδιαίτερα ευάλωτες, καθώς δεν διαθέτουν ούτε την τιμολογιακή ισχύ ούτε τη δυνατότητα διαφοροποίησης προϊόντος που απαιτεί η νέα τουριστική κατεύθυνση.
Κ.Α.
Ο ρόλος της βραχυχρόνιας μίσθωσης
Την ίδια στιγμή, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις (Airbnb, Booking κ.λπ.) ενισχύουν ακόμα περισσότερο τον ανταγωνισμό προς τις παραδοσιακές μονάδες φιλοξενίας. Το 2024 οι διαθέσιμες κλίνες στις πλατφόρμες βραχυχρόνιας ενοικίασης ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο, ενώ οι μονάδες βραχυχρόνιας μίσθωσης καταλυμάτων τύπου Airbnb εκτιμώνται πλέον σε περισσότερες από 228.000. Αν και οι τιμές ανά διανυκτέρευση συχνά είναι χαμηλότερες, η δυνατότητα αυτών των τουριστικών καταλυμάτων να λειτουργούν χωρίς υποχρεώσεις προσωπικού, κατά περίπτωση χωρίς ΦΠΑ και χωρίς εξίσου αυστηρές ρυθμίσεις, τους προσφέρει πλεονέκτημα κόστους που διαμορφώνει συχνά έναν αθέμιτο ανταγωνισμό.
ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ
Η μελέτη της Eurobank, αν και υποστηρίζει τη μετάβαση σε ένα πιο «ποιοτικό» τουριστικό μοντέλο, αναγνωρίζει ότι απαιτούνται παράλληλα πολιτικές στήριξης για την αναβάθμιση των μικρότερων μονάδων και την ενσωμάτωσή τους στο νέο περιβάλλον. Προτείνει, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση των δεξιοτήτων του προσωπικού, τη στροφή σε εναλλακτικές μορφές τουρισμού υψηλής προστιθέμενης αξίας (π.χ., πολιτιστικός, αγροτουρισμός, ιατρικός τουρισμός), τη στήριξη του πράσινου και ψηφιακού μετασχηματισμού, καθώς και την αυστηρή χωροθέτηση νέων μονάδων, ώστε να προστατεύεται το φυσικό και πολιτιστικό τοπίο.
Σε κάθε περίπτωση, το διακύβευμα για την τουριστική «βαριά βιομηχανία» της χώρας μας είναι σαφές: αν η στροφή στον τουρισμό πολυτελείας δεν συνδυαστεί με στρατηγική ένταξης και υποστήριξης των μικρότερων επιχειρηματικών μονάδων, κινδυνεύουμε να οδηγηθούμε σε μια διπλή στρέβλωση. Από τη μία, θα ενισχύεται η συγκέντρωση πλούτου και δυναμικής σε λίγες μεγάλες αλυσίδες. Από την άλλη, θα επιταχύνεται η αποδιάρθρωση της τουριστικής βάσης που στήριξε επί δεκαετίες την ανάπτυξη της ελληνικής περιφέρειας.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 1/8/2025)





