Ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν αποτελεί πλέον ζήτημα στρατηγικής επιλογής για τις επιχειρήσεις, αλλά όρο επιβίωσης σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος, η παραγωγικότητα και η πρόσβαση στην αγορά εξαρτώνται συνεχώς και περισσότερο από την τεχνολογία. Το 2026 η συζήτηση για την ψηφιοποίηση στην Ελλάδα επιβάλλεται να γίνει πιο συγκεκριμένη, καθώς τα διαθέσιμα στοιχεία αποτυπώνουν με σαφήνεια τόσο την πρόοδο όσο και τα διαρθρωτικά κενά.
ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΊΝΟΥ ΚΟΥΣΚΟΎΚΗ*
Το ανθρώπινο κεφάλαιο αποτελεί κρίσιμο περιορισμό, όπως καταδεικνύουν τα στοιχεία της Eurostat, καθώς λιγότερο από το 60% των Ελλήνων εργαζομένων διαθέτει βασικές ψηφιακές δεξιότητες, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου άνω του 70%. Ειδικότερα για τις επιχειρήσεις, αυτό σημαίνει ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν αφορά μόνο επενδύσεις σε λογισμικό και εξοπλισμό, αλλά και σε εκπαίδευση και κατάρτιση του προσωπικού, καθώς χωρίς αυτή τη διάσταση οι επενδύσεις σε τεχνολογία συχνά δεν αποδίδουν το αναμενόμενο όφελος.
Το 2026 η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σαφής, δείχνει ότι οι επιχειρήσεις που καθυστερούν την ψηφιοποίηση λειτουργούν με δομικό μειονέκτημα, ενώ όσες έχουν επενδύσει σε ψηφιακές υποδομές, αυτοματοποίηση και δεδομένα, εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε αυξήσεις κόστους και καλύτερη προσαρμογή σε μεταβολές της ζήτησης. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν υπόσχεται αυτομάτως ανάπτυξη, αλλά λειτουργεί ως απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορεί μια επιχείρηση να ανταγωνιστεί σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον δείκτη ψηφιακής δεκαετίας (Digital Decade Indicators), η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης σε βασικούς δείκτες ψηφιακής ωριμότητα των επιχειρήσεων. Το 2024 μόλις περίπου το 34% των ελληνικών επιχειρήσεων είχε το βασικό επίπεδο ψηφιακής έντασης, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου που ξεπερνούσε το 55%, μια απόσταση η οποία δεν είναι θεωρητική και αποτυπώνεται με πραγματικές διαφορές σε κόστος λειτουργίας, ταχύτητα συναλλαγών και δυνατότητα κλιμάκωσης, ενώ η υστέρηση είναι ακόμα πιο εμφανής στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με ποσοστό λιγότερο του 20%.
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός του επιχειρείν συνδέεται άμεσα με την επιχειρηματικότητα, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, και δείχνουν ότι οι επιχειρήσεις οι οποίες υιοθετούν ψηφιακές τεχνολογίες σε βασικές λειτουργίες, όπως παραγωγή, εφοδιαστική αλυσίδα και πωλήσεις, καταγράφουν υψηλότερη παραγωγικότητα εργασίας και καλύτερη αξιοποίηση κεφαλαίου. Στην Ελλάδα η χαμηλή παραγωγικότητα αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα, ενώ η τεχνολογία αναδεικνύεται σε έναν από τους μη επαρκείς διαθέσιμους μοχλούς βελτίωσης χωρίς αντίστοιχη αύξηση κόστους εργασίας.
Περαιτέρω η χρήση cloud παραμένει περιορισμένη, καθώς, σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 μόλις περίπου το 22% των ελληνικών επιχειρήσεων χρησιμοποιούσε την υπηρεσία, έναντι άνω του 45% στην Ευρωπαϊκή Ενωση, μια διαφορά που έχει άμεσες επιπτώσεις στην ευελιξία, στην ασφάλεια δεδομένων και τη δυνατότητα τηλεργασίας και απομακρυσμένης διαχείρισης λειτουργιών.
Η υιοθέτηση ψηφιακών εργαλείων επηρεάζει και τη σχέση των επιχειρήσεων με το Δημόσιο. Επίσης, η μη πλήρης εφαρμογή των ηλεκτρονικών τιμολογίων, η διασύνδεση με τα συστήματα της φορολογικής διοίκησης και η ψηφιοποίηση των διαδικασιών μειώνουν τον διοικητικό φόρτο και περιορίζουν τα περιθώρια λαθών. Σε επιχειρήσεις που έχουν προχωρήσει σε ολοκληρωμένες ψηφιακές λύσεις, η συμμόρφωση μετατρέπεται από χρονοβόρα διαδικασία σε αυτοματοποιημένη λειτουργία.
* Kαθηγητής Δερματολογίας,
νομικός, πρόεδρος της Ιπποκρατείου
Aκαδημίας Iαματικής Iατρικής,
πρόεδρος Παγκόσμιας Aκαδημίας
Kινεζικής και Συμπληρωματικής
Iατρικής
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 30/1/2026)






