Ο Νίκος Πιτσούλης επανεμφανίζεται σε μια αλυσίδα κρατικών συμβάσεων και προγραμμάτων, παρά το ισχυρό αποτύπωμα που άφησε η υπόθεση της τηλεκατάρτισης στην πανδημία και το περιβόητο «σκοιλ Ελικικού», σύμφωνα με αποκλειστικό ρεπορτάζ της εφημερίδας «δημοκρατία» (τη Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026).
Το δημοσίευμα περιγράφει μια διαδρομή που ξεκινά από τον χώρο των ΜΚΟ και φτάνει σε εταιρικά σχήματα με συμμετοχές σε έργα εκπαίδευσης, τεχνικής υποστήριξης και ειδικών υπηρεσιών. Στο ιστορικό υπόβαθρο αναφέρεται η ΜΚΟ «ΚΕΣΣΑ Δήμητρα», η οποία, όπως καταγράφεται, χρηματοδοτήθηκε την περίοδο 2000-2004 με 2,3 εκατ. ευρώ από το υπουργείο Εξωτερικών. Παράλληλα, στο ρεπορτάζ γίνεται μνεία στο κύμα ερευνών που άνοιξε το 2014 για χρηματοδοτήσεις ΜΚΟ των ετών 2002-2005, στο πλαίσιο ευρύτερων δικαστικών εξελίξεων εκείνης της περιόδου.
Στη νεότερη φάση ο κ. Πιτσούλης φέρεται ότι συνδέεται με τις Bee Group και «ΔΗΜΗΤΡΑ Εκπαιδευτική Συμβουλευτική Α.Ε.», παραθέτοντας έργα που κατακυρώθηκαν ή υλοποιήθηκαν και μέσω συνεργασιών. Ξεχωρίζει η συμμετοχή του σε κοινοπραξία για έργο της Κοινωνίας της Πληροφορίας Α.Ε. με αντικείμενο εκπαιδευτικό λογισμικό και υπηρεσίες εκπαίδευσης για Εργαστήριο Ψηφιακών Δεξιοτήτων Στρατού (με προϋπολογισμό 47.857.132 ευρώ, χωρίς ΦΠΑ).
Στο ρεπορτάζ καταγράφονται προγράμματα κατάρτισης εργαζομένων με συγχρηματοδότηση, συμβάσεις με το Κοινωνικό ΕΚΑΒ συνολικού ύψους άνω των 250.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ, αλλά και πιο εξειδικευμένες δράσεις, όπως κατάρτιση σε ελαιοχρωματισμό σε δομές ασυνόδευτων ανηλίκων. Ειδική αναφορά γίνεται, επίσης, στον ρόλο «διαμεσολαβητή» για μέτρα στην αγορά διανομής έντυπου Τύπου, με αμοιβή 36.084 ευρώ με ΦΠΑ και απευθείας ανάθεση.
Στο πεδίο των αναθέσεων η «δημοκρατία» σημειώνει ακόμη ότι εμφανίζονται αντικείμενα τα οποία εκτείνονται από επικοινωνιακές υπηρεσίες και «branding» έως προμήθειες και υποστηρικτικές εργασίες, δημιουργώντας την εικόνα μιας πολυσχιδούς δραστηριότητας. Το ρεπορτάζ επισημαίνει πως, όταν τα έργα είναι κατακερματισμένα και οι αναθέσεις επαναλαμβάνονται σε διαφορετικούς φορείς, η ουσιαστική σύγκριση κόστους – αποτελέσματος γίνεται δυσκολότερη για τον πολίτη. Γι’ αυτό ζητά καθαρή δημοσιοποίηση παραδοτέων, χρονοδιαγραμμάτων, κριτηρίων επιλογής και ελέγχων ποιότητας. Συνολικά, το ερώτημα το οποίο, με βάση το ρεπορτάζ, τίθεται προς τους πολιτικούς και μη αρμοδίους αφορά κατά πόσο οι διαδικασίες, τα παραδοτέα και οι αξιολογήσεις ανταποκρίνονται πραγματικά στη βαρύτητα των ποσών και, φυσικά, στο δημόσιο συμφέρον.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 30/1/2026)






