Η «σκιά» περαιτέρω ευρωπαϊκών ελέγχων, οι νέες δικογραφίες και ο φόβος αποκαλύψεων πολλαπλασιάζουν τον πολιτικό κίνδυνο και ανοίγουν τον δρόμο για πρόωρες κάλπες
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
Στο κατώφλι του νέου έτους το Μέγαρο Μαξίμου θυμίζει όλο και περισσότερο ένα κέντρο διαχείρισης κρίσεων, παρά ένα κυβερνητικό επιτελείο που σχεδιάζει με αυτοπεποίθηση την επόμενη διετία. Η δημόσια επιμονή του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι θα εξαντλήσει την τετραετία και ότι οι εκλογές τοποθετούνται χρονικά στην άνοιξη του 2027 αντιμετωπίζεται ακόμα και στο εσωτερικό της Ν.Δ. μάλλον περισσότερο ως μια αμφίβολη ευχή, παρά ως ρεαλιστική πολιτική πρόβλεψη. Οχι επειδή το επιλέγει η αντιπολίτευση, αλλά επειδή τα «αγκάθια» που συσσωρεύονται απειλούν να καθορίσουν εκείνα τον πολιτικό χρόνο εξέλιξης των γεγονότων.
Η αποτίμηση της χρονιάς που έκλεισε αφήνει άλλωστε ελάχιστα περιθώρια αισιοδοξίας κι αυτό ήταν κάτι που έχει σκορπίσει διάχυτη την ανησυχία στο πρωθυπουργικό μέγαρο. Το πολιτικό κλίμα βαραίνει από μια κοινωνία που δείχνει να έχει χάσει την υπομονή της, με κυριότερη αιχμή το δυσβάσταχτο κόστος ζωής, κι από μια κυβέρνηση που αδυνατεί να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Την ίδια στιγμή οι αγροτικές κινητοποιήσεις δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο διαμαρτυρίας, αλλά σύμπτωμα μιας βαθύτερης ρήξης με έναν κόσμο που βρίσκεται στα «κάγκελα», παρότι είχε αποτελέσει κρίσιμο στήριγμα της Ν.Δ. στις τελευταίες εθνικές εκλογές του 2023. Οι εικόνες από τα μπλόκα διαρκείας, με τις καταγγελίες για το κόστος παραγωγής, την ενέργεια και τις επιδοτήσεις λειτουργούν σωρευτικά και ακυρώνουν στην πράξη το όποιο αφήγημα «κανονικότητας» στην περιφέρεια.
Σε αυτό το ήδη εκρηκτικό περιβάλλον, το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ λειτουργεί δεδομένα ως πολλαπλασιαστής πολιτικής φθοράς. Δεν πρόκειται απλώς για ακόμα μία υπόθεση κακοδιαχείρισης, αλλά για μια ανοιχτή πληγή που αγγίζει τον σκληρό πυρήνα της σχέσης κράτους – αγροτικού κόσμου. Η «σκιά» των ευρωπαϊκών ελέγχων και η αναμονή νέων δικογραφιών τροφοδοτούν έναν μόνιμο φόβο στο κυβερνητικό στρατόπεδο ότι το θέμα είναι αδύνατο να μπει στο «αρχείο» και ότι κάθε νέα αποκάλυψη μπορεί να ανατρέψει περαιτέρω τις ήδη εύθραυστες ισορροπίες, να εκθέσει νέα σημαίνοντα πρόσωπα και να ακυρώσει κάθε επιχείρηση πολιτικής αντεπίθεσης.
ΑΛΛΑΓΗ ΣΚΗΝΙΚΟΥ
Την ίδια ώρα η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται όμως μόνο στον πρωτογενή τομέα. Οπως προείπαμε, η ακρίβεια παραμένει κυρίαρχο σημείο δυσαρέσκειας, οι μισθοί εξακολουθούν να μην επαρκούν και η αίσθηση ανασφάλειας για το αύριο γίνεται πιο έντονη.
Η κυβερνητική ρητορική περί «σταθερότητας» προσκρούει στην καθημερινότητα, ενώ οι εξαγγελίες μέτρων μοιάζουν να χάνουν την απήχηση και την αποτελεσματικότητά τους προτού καν εφαρμοστούν. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό, είναι βαθιά πολιτικό και αφορά την αξιοπιστία. Σε αυτό το πλαίσιο, οι κινήσεις νέων πολιτικών «παικτών» έχουν τη δική τους σημασία. Οι βλέψεις του Αλέξη Τσίπρα για μια δεύτερη ευκαιρία και τα σενάρια επαναδραστηριοποιήσης του Αντώνη Σαμαρά ανακατεύουν την «τράπουλα», όμως η εκδήλωση πρόθεσης για δημιουργία πολιτικού φορέα από τη Μαρία Καρυστιανού μοιάζει ικανή, σύμφωνα και με τα δημοσκοπικά ευρήματα, να αλλάξει τα πάντα στο πολιτικό σκηνικό. Η δημόσια παρουσία της, με αιχμή τη σύγκρουση με το «σύστημα» και με φόντο την υπόθεση των Τεμπών, δεν περιορίζεται πια σε κοινωνική διαμαρτυρία, αντιθέτως εξελίσσεται σε πολιτικό ρεύμα που διαπερνά οριζόντια κομματικά σύνορα και συνομιλεί με τη συσσωρευμένη οργή και απογοήτευση ενός ευρύτερου ακροατηρίου.
Στο Μαξίμου γνωρίζουν ότι τέτοιου τύπου πρωτοβουλίες δεν αντιμετωπίζονται με επικοινωνιακά αντίμετρα, αλλά με πολιτικές απαντήσεις, τις οποίες, μέχρι στιγμής, δυσκολεύονται να αρθρώσουν. Ανεξαρτήτως του πότε και πώς θα εκδηλωθούν, η ίδια η προσδοκία τους λειτουργεί αποσταθεροποιητικά για μια κυβέρνηση που βλέπει τα δημοσκοπικά της όρια να παγιώνονται σε χαμηλές πτήσεις. Το ενδεχόμενο απώλειας κρίσιμων δεξαμενών ψηφοφόρων, είτε προς τα δεξιά είτε προς έναν πιο «αντισυστημικό» χώρο, ενισχύει το αίσθημα πολιτικής αβεβαιότητας.
Χάνονται οι «γαλάζιοι» βουλευτές από τις τοπικές κοινωνίες
Ολα αυτά αποτυπώνονται με τον πιο ωμό τρόπο στη συμπεριφορά των ίδιων των «γαλάζιων» βουλευτών. Οι γιορτινές ημέρες, που παραδοσιακά αποτελούν ευκαιρία επαφής με τις τοπικές κοινωνίες, μετατράπηκαν φέτος σε περίοδο αποφυγής. Ο φόβος αποδοκιμασιών, η βαριά ατμόσφαιρα σε χωριά και πόλεις της περιφέρειας, αλλά και οι «συστάσεις» από τοπικές οργανώσεις να περιοριστούν οι δημόσιες εμφανίσεις συνθέτουν μια εικόνα που παραπέμπει σε άλλες, πιο σκοτεινές πολιτικά εποχές. Η σιωπή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι χριστουγεννιάτικες κάρτες χωρίς κόσμο λένε συχνά περισσότερα από τις επίσημες δηλώσεις. Η συνολική αποτίμηση, λίγες ημέρες πριν από την αλλαγή του χρόνου, ήταν σαφής. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπήκε στο νέο έτος με πολλαπλά ανοιχτά μέτωπα και με περιορισμένα περιθώρια ελιγμών. Η πολιτική φθορά δεν προκύπτει από ένα μόνο γεγονός, αλλά από τη συσσώρευση κρίσεων που αλληλοτροφοδοτούνται. Αν το 2026 παρουσιαστεί επισήμως ως «προεκλογική χρονιά», στην πράξη κινδυνεύει να εξελιχθεί σε χρονιά πολιτικής δοκιμασίας, όπου τον ρυθμό δεν θα τον ορίζει το Μαξίμου, αλλά η κοινωνία και τα ανοιχτά της τραύματα. Κι αυτό είναι ίσως το πιο δυσοίωνο μήνυμα στην αυγή του νέου έτους.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 2/1/2026)





