Η εικόνα του Κυριάκου Μητσοτάκη στην πολιτική σκηνή μοιάζει πλέον πιο εύθραυστη από ποτέ. Οι αλλεπάλληλες κρίσεις -από την ακρίβεια και την ενεργειακή πίεση, μέχρι τα μεγάλα σκάνδαλα των τελευταίων ετών- έχουν διαβρώσει την εικόνα του πολυδιαφημισμένου επιτελικού κράτους, αλλά πρωτίστως το κύρος του πρωθυπουργού.
Στη Νέα Δημοκρατία η ανησυχία είναι έκδηλη: η κυβερνητική φθορά δεν κρύβεται, ενώ στην πρόθεση ψήφου το κόμμα ανιχνεύεται μόλις στο 22%, σύμφωνα με την πρόσφατη δημοσκόπηση της Interview, για το politic.gr. Η εικόνα αυτή δείχνει τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Από τη μία, η κοινωνική δυσαρέσκεια συσσωρεύεται, με τον πληθωρισμό να στραγγαλίζει τα νοικοκυριά και τις δομές του κράτους να εμφανίζονται διαρκώς αδύναμες σε κρίσιμες στιγμές.
Από την άλλη, στο εσωτερικό της Ν.Δ. πληθαίνουν τα σημάδια εσωκομματικής αμφισβήτησης. Μπορεί η κριτική τις περισσότερες φορές να μην εκφράζεται ανοιχτά, ωστόσο αρκετά στελέχη κρατούν αποστάσεις από το Μαξίμου και συζητούν για την επόμενη μέρα, ενώ η παρουσία του Αντώνη Σαμαρά στη δημόσια σφαίρα λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η «γαλάζια» παράταξη κάθε άλλο παρά συμπαγής είναι. Μέσα σε αυτήν τη ρευστή συγκυρία, ο πρωθυπουργός επιχειρεί να αναστρέψει το δυσμενές κλίμα.
Σε αυτό το πλαίσιο, εντάσσεται και η επικείμενη παρουσία του πρωθυπουργού στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης. Το Μαξίμου ετοιμάζει «πακέτο παροχών», στοχεύοντας να καλλιεργήσει μια εικόνα κοινωνικής ευαισθησίας και στήριξης των μεσαίων στρωμάτων. Ωστόσο, πολλοί εκτιμούν ότι πρόκειται περισσότερο για μια βραχυπρόθεσμη, επικοινωνιακή στρατηγική, που απλώς ενισχύει το αίσθημα ανησυχίας που επικρατεί στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Η εμπειρία δείχνει, άλλωστε, ότι οι εξαγγελίες της ΔΕΘ δύσκολα ανατρέπουν το κλίμα δυσπιστίας, όταν τα νοικοκυριά βλέπουν καθημερινά τα εισοδήματά τους να συρρικνώνονται.
Παράλληλα, το επιτελείο του πρωθυπουργού επιχειρεί να αξιοποιήσει και την πιθανότητα επανόδου του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο. Το «χαρτί Τσίπρα» παρουσιάζεται στους ψηφοφόρους της Ν.Δ. ως ένα είδος «απειλής», που μπορεί να ενεργοποιήσει ανακλαστικά συσπείρωσης στη «γαλάζια» βάση. Το μήνυμα είναι σαφές: «Μπορεί να μας κρίνετε αυστηρά, αλλά απέναντι βρίσκεται το παρελθόν που ήδη δοκιμάστηκε». Ο Αλέξης Τσίπρας πράγματι διατηρεί ακόμη απήχηση σε ένα κομμάτι της κοινωνίας, ενώ οι πρώτες μετρήσεις δείχνουν πως ένα κόμμα υπό την ηγεσία του θα μπορούσε να καταγράψει διψήφια ποσοστά.
Παρά ταύτα, η επάνοδός του δεν είναι και άμοιρη ισχυρής κριτικής. Για πολλούς, ακόμα και μέσα στους πρώην συντρόφους του, οι πρωτοβουλίες του θυμίζουν περισσότερο κάποιο προσωπικό σχέδιο πολιτικής δικαίωσης, παρά μια ουσιαστική πρόταση ανανέωσης της προοδευτικής παράταξης.
Στην άλλη πλευρά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει πάντοτε σημειωμένο στην ατζέντα του και το όνομα του Αντώνη Σαμαρά, με τα ρεπορτάζ να επιμένουν στην απόφασή του να διεκδικήσει τη λαϊκή εντολή με νέο πολιτικό φορέα. Αν και τα σενάρια μοιάζουν αβέβαια, η επιρροή του πρώην πρωθυπουργού στον ευρύτερο δεξιό χώρο αλλά και στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας παραμένει υπολογίσιμη. Ο πρώην πρωθυπουργός εκφράζει μια πιο σκληρή γραμμή σε θέματα εθνικής πολιτικής, ενώ αρκετά συχνά δεν κρύβει την έντονη δυσφορία του για επιλογές της σημερινής ηγεσίας, με αποτέλεσμα τη διαγραφή του. Ακόμα κι αν δεν προχωρήσει τελικά σε ίδρυση νέου σχήματος, η ίδια η συζήτηση γύρω από το όνομά του συντηρεί την αίσθηση μιας ανοιχτής εσωκομματικής πληγής.
Τον δικό του σημαντικό ρόλο παίζει πάντοτε και ο Κώστας Καραμανλής, ο οποίος επίσης κρατά κλειστά τα χαρτιά του σε σχέση με τις φήμες που τον θέλουν να παρέχει στήριξη στις προθέσεις του Αντώνη Σαμαρά. Η εικόνα της κυβέρνησης, λοιπόν, δεν είναι εκείνη μιας πανίσχυρης παράταξης, αλλά ενός κόμματος που προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες, σε ένα όλο και πιο ασταθές περιβάλλον οφείλει να δείξει πυγμή απέναντι στις φωνές εσωκομματικής αμφισβήτησης, χωρίς όμως να οδηγήσει τη Ν.Δ. σε νέες εσωτερικές ρήξεις.
Σε αυτό το περίπλοκο σκηνικό, η πολιτική σκακιέρα αποκτά νέα χαρακτηριστικά αρχής γενομένης από το φθινόπωρο. Αν ο πρωθυπουργός δεν καταφέρει να αναστρέψει το αρνητικό κλίμα και να δώσει πειστικές απαντήσεις στα καθημερινά προβλήματα, οι φυγόκεντρες δυνάμεις εντός και εκτός Ν.Δ. μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικές για την επόμενη ημέρα. Η επίκληση του φόβου για την επάνοδο του Τσίπρα και οι εξαγγελίες της ΔΕΘ ίσως προσφέρουν πρόσκαιρη ανακούφιση, αλλά δύσκολα μπορούν να δώσουν λύση στο ουσιαστικό πρόβλημα: την ολοένα αυξανόμενη αποξένωση μεγάλου τμήματος της κοινωνίας από την κυβέρνηση.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 29/8/2025)





