Δημοσιονομικό «καμπανάκι» κρούει για την Ελλάδα η Κομισιόν, καθώς στην ετήσια έκθεσή της για τη βιωσιμότητα του χρέους προειδοποιεί πως οι ελεγκτικές διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και για την τήρηση των κανόνων στις αγροτικές ενισχύσεις μπορεί να έχουν «αρνητικές δημοσιονομικές συνέπειες» για τη χώρα.
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Με ένα δημόσιο χρέος πάνω από το 150% του ΑΕΠ, μια απρόσμενη επιβάρυνση μπορεί να λειτουργήσει ως αρνητικό σοκ για την ελληνική οικονομία. Ενδεχόμενη απώλεια πόρων, ανάγκη για επιστροφές χρημάτων ή κάλυψη δαπανών που τελικά δεν θα χρηματοδοτηθούν από ευρωπαϊκά κονδύλια μεταφράζονται σε πίεση για τον Προϋπολογισμό, σε μια φάση που κάθε επιπλέον βάρος «μετρά» διπλά.
Η Κομισιόν με την προειδοποίησή της αυτή υπενθυμίζει πως για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία είναι εξαιρετικά «ευαίσθητη» από δημοσιονομικής άποψης, οι κίνδυνοι είναι πολλαπλοί και εξαρτώνται και από τις… λεπτομέρειες.
Με απλά λόγια, το «φαγοπότι» το οποίο έλαβε χώρα επί χρόνια στον ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελεί παράδειγμα του πώς μια προβληματική διαχείριση σε έναν κρίσιμο φορέα μπορεί να εγείρει δημοσιονομικούς κινδύνους. Και αυτό αποκτά μεγαλύτερο βάρος σε μια χώρα που έχει χτίσει την αξιοπιστία της με κόπο τα τελευταία χρόνια, επιστρέφοντας σε επενδυτική βαθμίδα από τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης και περιορίζοντας αισθητά τα spreads σε σχέση με το παρελθόν.
ΟΙ ΑΛΛΕΣ «ΚΟΚΚΙΝΕΣ» ΖΩΝΕΣ
Στο βασικό σενάριο της Κομισιόν, το χρέος στην Ελλάδα προβλέπεται να πέσει από 154,2% του ΑΕΠ το 2024 στο 123,5% το 2036. Η μεσοπρόθεσμη αξιολόγηση κινδύνου χαρακτηρίζεται «μέτρια», η βραχυπρόθεσμη «χαμηλή», ενώ η μακροπρόθεσμη εικόνα αξιολογείται χαμηλού κινδύνου.
Η τάση της αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους στηρίζεται σε δύο βασικούς παράγοντες.
Πρώτον, η Ελλάδα έχει μεγάλη μέση διάρκεια χρέους και περιορισμένο κίνδυνο αναχρηματοδότησης σε σχέση με άλλες χώρες. Δεύτερον, το σενάριο προϋποθέτει ότι η οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται και ότι τα δημόσια οικονομικά θα παραμείνουν σε τροχιά πρωτογενών πλεονασμάτων.
Οι Βρυξέλλες απαιτούν πειθαρχία, χωρίς περιθώρια λαθών
Η ίδια έκθεση, ωστόσο, δείχνει πόσο ευαίσθητη είναι αυτή η πορεία σε «στραβοπατήματα». Στο σενάριο της Κομισιόν, ο δομικός πρωτογενής δείκτης του Προϋπολογισμού τοποθετείται στο 1,8% του ΑΕΠ το 2026. Αν το αποτέλεσμα είναι μισή μονάδα χαμηλότερο, η διαφορά στο χρέος στο τέλος της περιόδου αυξάνεται αισθητά. Σε άλλη άσκηση ευαισθησίας, αν οι συνθήκες χρηματοδότησης χειροτερέψουν, το χρέος στο τέλος της περιόδου μπορεί να είναι περίπου 10 μονάδες υψηλότερο. Αν τα πρωτογενή πλεονάσματα βγουν χαμηλότερα κατά μισή μονάδα, το χρέος στο τέλος της περιόδου αυξάνεται κατά περίπου 6 μονάδες. Σε προσομοιώσεις αβεβαιότητας, η Κομισιόν εκτιμά πιθανότητα 15% το χρέος το 2030 να είναι υψηλότερο από το επίπεδο του 2025.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες θα βρίσκονται γύρω στο 9% του ΑΕΠ το 2026 και το 2027, αλλά θα αυξηθούν προς το 17% το 2036. Σε ένα περιβάλλον ακριβότερου χρήματος ή χαμηλότερης ανάπτυξης, μια τέτοια συνθήκη μπορεί να αποδειχθεί πιο δύσκολη στη διαχείριση.
Υπάρχουν, όμως, και οι κίνδυνοι που δεν φαίνονται άμεσα κοιτώντας απλά τις αυξομειώσεις στο μέγεθος του χρέους, καθώς η Κομισιόν εφιστά την προσοχή στις κρατικές εγγυήσεις και στις δικαστικές υποθέσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε αποζημιώσεις, ενώ ξεχωρίζει επίσης τις υποχρεώσεις που συνδέονται με το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι σχετικές αναλύσεις δείχνουν ότι τέτοιες εκθέσεις έχουν μειωθεί, αλλά η Ελλάδα καταγράφεται ανάμεσα στις λίγες χώρες όπου εξακολουθούν να υπάρχουν ενδεχόμενες υποχρεώσεις που συνδέονται με σχήματα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, σε μέγεθος που αποτυπώνεται ως 7% του ΑΕΠ.
Ακόμα μία προειδοποίηση αφορά τις υποχρεώσεις δημόσιων επιχειρήσεων που δεν συγκαταλέγονται στη γενική κυβέρνηση. Η Κομισιόν επισημαίνει ότι, ως ακαθάριστο μέγεθος, οι υποχρεώσεις τέτοιων δημόσιων φορέων στην Ελλάδα ήταν από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ενωση, στο 71,7% του ΑΕΠ το 2023. Η ύπαρξη μεγάλων «δομών» εκτός στενού κράτους δεν σημαίνει αυτόματα ότι θα καταλήξουν σε δημοσιονομικό πρόβλημα, αλλά είναι ένας δείκτης που απαιτεί έλεγχο, γιατί σε κρίσεις η πίεση συχνά μεταφέρεται στον Προϋπολογισμό.
Στο ίδιο πλαίσιο, η έκθεση θυμίζει ότι η Ελλάδα παραμένει ευάλωτη και από την πλευρά του εξωτερικού ισοζυγίου. Το 2024 η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Ελλάδας ήταν -137% του ΑΕΠ, ενώ το καθαρό εξωτερικό χρέος διαμορφώθηκε στο 119,7% του ΑΕΠ. Πρόκειται για μεγέθη που, ακόμα κι αν βελτιώνονται σταδιακά, δείχνουν ότι η οικονομία συνεχίζει να εξαρτάται από το εξωτερικό, κάτι που μπορεί να επηρεάσει τις συνθήκες χρηματοδότησης όταν αλλάζουν οι διεθνείς ισορροπίες.
Τελικό συμπέρασμα της Κομισιόν είναι ότι η Ελλάδα έχει κερδίσει χρόνο και αξιοπιστία, αλλά τα περιθώρια για επανάληψη λαθών στη διαχείριση έχουν… στερέψει.
Φαινόμενα όπως αυτό του ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελούν εστίες κινδύνου που μπορούν να φέρουν δημοσιονομικές επιπτώσεις για όλους, εξαιτίας των παρατυπιών μιας «χούφτας» επιτήδειων. Ιδιαίτερα όταν η συνολική εικόνα του δημόσιου χρέους στην Ελλάδα παραμένει προβληματική και με τη χώρα να είναι εκτεθειμένη ακόμα και στις παραμικρές αναταράξεις, τα λάθη από εδώ και μπρος δεν συγχωρούνται…
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 20/2/2026)





