9 βήματα προς τα πίσω έκανε η ελληνική οικονομία

Πίσω από τη «βιτρίνα» η χώρα κατρακυλά στις διεθνείς κατατάξεις επιδόσεων ανταγωνιστικότητας

Υστερούμε στις σχετικές κατατάξεις ανταγωνιστικότητας και σε βασικούς ποιοτικούς δείκτες παραγωγικότητας και αποτελεσματικότητας

Του Μάκη Ντόβολου

Το λένε αναλυτές, φορείς, οργανισμοί, οικονομολόγοι. Αλλοι πιο προσεκτικά, προσθέτοντας τους… απαραίτητους επαίνους, άλλοι πιο ανοικτά. Η ελληνική οικονομία ναι μεν έχει φύγει από τη ζώνη της χρεοκοπίας και της κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά όλες σχεδόν οι διαρθρωτικές αδυναμίες εκείνης της εποχής παραμένουν αναλλοίωτες. Και βέβαια το μεγάλο ζητούμενο παραμένει το ίδιο: πώς θα καταφέρει η χώρα να μπει σε ένα μονοπάτι βιώσιμης ανάπτυξης που θα την κάνει ανθεκτική σε διεθνείς κρίσεις και δεν θα μπει, εκ νέου, σε περιπέτειες. Γιατί, παρά τις προσπάθειες ωραιοποίησης της κατάστασης και εφησυχασμού, το καράβι της ελληνικής οικονομίας δεν εμπνέει εμπιστοσύνη ότι θα μπορέσει να τα βγάλει πέρα όταν θα φυσούν θυελλώδεις άνεμοι στις διεθνείς αγορές. Αλλωστε και το ιστορικό της είναι φορτωμένο με χρεοκοπίες και κρίσεις, από τον 19ο αιώνα μέχρι και τις μέρες μας.

Το IMD World Competitiveness Ranking 2025 (Παγκόσμια Κατάταξη Ανταγωνιστικότητας) δείχνει, μάλιστα, ότι κάνουμε βήματα προς τα πίσω και όχι προς τα μπροστά, καθώς από τη 46η θέση το 2021 βρεθήκαμε στην 50ή θέση το 2025, σε σύνολο 69 χωρών. Μάλιστα, η μεγαλύτερη επιδείνωση καταγράφηκε στις επιδόσεις της επιχειρηματικής αποτελεσματικότητας, όπου μέσα μόλις σε μία χρονιά, από το 2024 στο 2025, η Ελλάδα έπεσε από τη 44η στην 53η θέση, με τη μεγαλύτερη πτώση να σημειώνεται στον δείκτη «παραγωγικότητα και αποτελεσματικότητα».

Αλλά και στο IMD World Digital Competitiveness Ranking 2025, κρίσιμος δείκτης για τις σύγχρονες οικονομίες, η εικόνα δεν είναι καλύτερη. Από τη 44η θέση το 2021 βρεθήκαμε στη 49η θέση το 2025, με τη χειρότερη επίδοση να καταγράφεται στην ετοιμότητα που δείχνουν η χώρα και ο επιχειρηματικός τομέας να υιοθετήσουν τις νέες τεχνολογίες και όλα τα «καλούδια» της τεχνολογικής επανάστασης της εποχής μας (από τη 43η στην 55η θέση την ίδια περίοδο).

Και μπορεί να ισχυρίζεται η κυβέρνηση ότι η χώρα μας είναι ελκυστική και είμαστε πλέον στη φάση του Brain Gain, αλλά το IMD World Talent Ranking Report 2025 δείχνει άλλα πράγματα. Και σε αυτόν τον δείκτη η πορεία είναι καθοδική, καθώς από την 33η θέση το 2021 υποχωρήσαμε στη 44η θέση το 2025.

Η Ελλάδα υστερεί σε βασικούς ποιοτικούς δείκτες, καθώς φαίνεται ότι το πάθημα της χρεοκοπίας δεν έγινε μάθημα για τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, η οποία επικαλείται στοιχεία διεθνών οργανισμών (Κομισιόν, ΔΝΤ, ΟΟΣΑ), κάποιοι από τους διαρθρωτικούς τομείς που η Ελλάδα υστερεί σημαντικά από τις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. και που ταυτόχρονα θεωρούνται προϋποθέσεις βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης είναι οι παρακάτω:

(α) Ανταγωνισμός στις αγορές προϊόντων. Η Ελλάδα υπολείπεται περίπου 40% από τη Σουηδία, που είναι η καλύτερη χώρα στην Ε.Ε. σε αυτό τον τομέα.

(β) Digitalization, που είναι άμεσα συνδεδεμένος με την παραγωγικότητα της εργασίας, η Ελλάδα υπολείπεται περίπου 65% περίπου από την Ολλανδία, που είναι η καλύτερη χώρα στην Ε.Ε. σε αυτό τον τομέα.

(γ) Παιδεία, ειδικά στον χώρο των μαθηματικών και επιστημών, τομείς που σχετίζονται στενά με την ποιότητα του ανθρωπίνου κεφαλαίου στη σημερινή εποχή της τεχνολογικής προόδου. Σύμφωνα, π.χ., με τα PISA αποτελέσματα, η Ελλάδα υπολείπεται περίπου 16% από την Εσθονία, που είναι η καλύτερη χώρα στην Ε.Ε. σε αυτό τον τομέα.

(δ) Λειτουργία και αποδοτικότητα του κρατικού τομέα. Η Ελλάδα υπολείπεται περίπου 40% από τη Φινλανδία, που είναι η καλύτερη χώρα στην Ε.Ε. σε αυτό τον τομέα.

(ε) Το ποσοστό του λεγόμενου μη ενεργού πληθυσμού. Το ποσοστό αυτό είναι 15% στην Ελλάδα, ενώ είναι 5% μόνο στην Ολλανδία, που είναι η καλύτερη χώρα στην Ε.Ε. σε αυτό τον τομέα.

(στ) Δαπάνες για έρευνα και καινοτομία (R&D). Οι δαπάνες αυτές ήταν στο 1,5% του ΑΕΠ το 2023, ενώ ο μέσος όρος στην Ε.Ε. ήταν 2,25%.

Η διαμάχη για την… οικονομία του καφέ

Δεν μοιράζονται όλοι τις ίδιες απόψεις σχετικά με τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας. Τον περασμένο Οκτώβριο σε εργασία τους, που δημοσιεύτηκε στο Ελληνικό Παρατηρητήριο στο London School of Economics, o Μιχάλης Νικηφόρος, ο Βλάσσης Μισσός, ο Χρήστος Πιέρρος και ο Νικόλαος Ροδουσάκης υποστήριξαν ότι σε αντίθεση με τις υποσχέσεις των προγραμμάτων προσαρμογής που εφαρμόστηκαν μεταξύ 2010 και 2018 η ελληνική οικονομία δεν γνώρισε πιο αποτελεσματική κατανομή πόρων ή αύξηση παραγωγικότητας. Αντίθετα, υπέστη μια σημαντική ανακατανομή της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης προς τη λεγόμενη «οικονομία του καφέ» (τον τομέα των Δραστηριοτήτων Υπηρεσιών Καταλύματος και Εστίασης).

Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από έναν τομέα που, παρά τα βραχυπρόθεσμα μακροοικονομικά οφέλη του, ενέχει σημαντικούς διαρθρωτικούς και κοινωνικούς κινδύνους μακροπρόθεσμα. Μια επιτυχημένη πορεία προς τα εμπρός θα απαιτήσει πολιτικές που θα ενισχύσουν στρατηγικά τους τομείς υψηλής παραγωγικότητας και θα υποστηρίξουν την τεχνολογική αναβάθμιση. Χωρίς μια τέτοια στροφή η «οικονομία του καφέ» κινδυνεύει να γίνει μια μακροπρόθεσμη ισορροπία στασιμότητας.

Ως «απάντηση» η τελευταία έκθεση του ΙΝΣΕΤΕ για την ελληνική οικονομία υποστηρίζει ότι τα προγράμματα της περιόδου 2010-2018 έχουν συμβάλει καθοριστικά όχι μόνο στη δημοσιονομική εξυγίανση, αλλά και στη σταδιακή αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Οι ισχυρισμοί περί «οικονομίας του καφέ» δεν επιβεβαιώνονται από τις πραγματικές εξελίξεις της ελληνικής οικονομίας κατά την περίοδο 2009-2024. Επιπλέον, η ανάπτυξη του τουρισμού συνοδεύτηκε από παράλληλη και ουσιαστική ενίσχυση της μεταποιητικής δραστηριότητας και των εξαγωγών αγαθών, καθώς και από ικανοποιητική ανάπτυξη της διεθνώς ανταγωνιστικής γεωργίας – κτηνοτροφίας.

Καμία χώρα δεν έγινε πλούσια από τον τουρισμό

Σε άρθρο του στο Palladium, ο Marko Jukic, αναλυτής της Bismarck Analysis, υποστηρίζει ότι καμία χώρα δεν έχει φτάσει ποτέ στις τάξεις των πλουσιότερων χωρών του κόσμου βασιζόμενη κυρίως στον τουρισμό και επιπλέον πολλές χώρες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό παραμένουν πολύ φτωχές (η Τζαμάικα, το Μπαλί, οι Μαλδίβες, τα Φίτζι).

Οπως επισημαίνει, ο τουρισμός δεν αποτελεί δρόμο προς την ευημερία για τη νότια Ευρώπη, λόγω της ίδιας της φύσης της δραστηριότητας: για μια σχετικά περιορισμένη οικονομική ανταμοιβή απαιτεί έντονη εργασία, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί ουσιαστικά έναν ανταγωνισμό μηδενικού αθροίσματος μεταξύ των χωρών, στον οποίο κάθε χώρα έχει πολύ περιορισμένη ικανότητα να ανταγωνιστεί μέσω της εφευρετικότητας ή της διαφοροποίησης, και παράλληλα έχει σχεδόν μόνο αρνητικές εξωτερικές επιπτώσεις στον υπόλοιπο οικονομικό και κοινωνικό τομέα, από τον υπερπληθυσμό των πόλεων έως την αποθάρρυνση του εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού.

Η παραγωγικότητα της εργασίας στον τουρισμό είναι εξαιρετικά χαμηλή, ενώ η τουριστική κίνηση είναι δύσκολο να ξεπεράσει κάποια «σκληρά» όρια. Σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στη χρηματοοικονομία, την εξόρυξη πόρων ή τη μεταποίηση, οι οποίες επωφελούνται από οικονομίες κλίμακας που είναι ουσιαστικά απεριόριστες.

Σύμφωνα με τον αναλυτή, οι κυβερνήσεις των χωρών της νότιας Ευρώπης δεν πρέπει να ενθαρρύνουν μια οικονομία βασισμένη στον τουρισμό. Αντίθετα, τα διαθέσιμα κεφάλαια θα πρέπει να στοχεύουν στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των εγχώριων βιομηχανιών, στη δημιουργία εντελώς νέων επιχειρήσεων και στον επαναπατρισμό των νέων και εξειδικευμένων μεταναστών με κάθε δυνατό μέσο. Η πρόοδος σε αυτές τις κατευθύνσεις και όχι ο αριθμός των τουριστών που φτάνουν με πτήσεις της RyanAir θα δώσει στη νότια Ευρώπη την ευκαιρία να συγκλίνει με τη βόρεια γειτονιά της.

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (20 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026)

Advertisement 5





Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img

Advertisement 4
Advertisement 5
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ