Σε νέο ιστορικό υψηλό διαμορφώθηκαν το 2025 οι ταξιδιωτικές εισπράξεις, φτάνοντας τα 23,63 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας. Σε σύγκριση με το 2024, όταν τα έσοδα είχαν ανέλθει σε 21,59 δισ. ευρώ, η αύξηση αγγίζει τα 2 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του ελληνικού τουρισμού.
Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η επίδοση του Δεκεμβρίου, με τα τουριστικά έσοδα να διαμορφώνονται σε 623 εκατ. ευρώ έναντι 468 εκατ. ευρώ τον ίδιο μήνα του 2024, σημειώνοντας αύξηση 9,4%. Παράλληλα, οι αφίξεις μη κατοίκων ταξιδιωτών ενισχύθηκαν κατά 5,6% σε ετήσια βάση, συμβάλλοντας στο θετικό αποτέλεσμα της χρονιάς.
Η ισχυρή πορεία του τουρισμού είχε θετική επίδραση και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, στηρίζοντας τη συνολική εικόνα της οικονομίας, κυρίως μέσω της βελτίωσης του ταξιδιωτικού ισοζυγίου.
Ωστόσο, σε μηνιαία βάση, τον Δεκέμβριο του 2025 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκε κατά 129,2 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2024 και διαμορφώθηκε στα 3,9 δισ. ευρώ. Το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών παρουσίασε επιδείνωση.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών διευρύνθηκε, καθώς οι εισαγωγές αυξήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό από τις εξαγωγές. Σε τρέχουσες τιμές, οι εξαγωγές αγαθών κατέγραψαν άνοδο 2,6% (7,1% σε σταθερές τιμές), ενώ οι εισαγωγές ενισχύθηκαν κατά 6,6% (10,6% σε σταθερές τιμές). Εξαιρουμένων των καυσίμων, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 3,8% σε τρέχουσες τιμές (2,1% σε σταθερές), ενώ οι αντίστοιχες εισαγωγές κατέγραψαν σημαντική άνοδο 15,9% (15,0% σε σταθερές τιμές).
Το πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών περιορίστηκε, λόγω επιδείνωσης στα ισοζύγια μεταφορών και λοιπών υπηρεσιών, εξέλιξη που αντισταθμίστηκε εν μέρει από τη βελτίωση του ταξιδιωτικού ισοζυγίου. Σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2024, οι αφίξεις μη κατοίκων ταξιδιωτών αυξήθηκαν κατά 49,0%, ενώ οι σχετικές εισπράξεις ενισχύθηκαν κατά 33,0%.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου πρωτογενών εισοδημάτων μειώθηκε περίπου κατά το ήμισυ σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2024, αντανακλώντας την υποχώρηση των καθαρών πληρωμών για τόκους, μερίσματα και κέρδη, η οποία αντισταθμίστηκε εν μέρει από τη μείωση των καθαρών εισπράξεων από λοιπά πρωτογενή εισοδήματα. Το έλλειμμα του ισοζυγίου δευτερογενών εισοδημάτων κατέγραψε άνοδο σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2024, ως αποτέλεσμα της καταγραφής καθαρών πληρωμών, έναντι καθαρών εισπράξεων, στους λοιπούς, εκτός της γενικής κυβέρνησης, τομείς της οικονομίας και, σε μικρότερο βαθμό, ως αποτέλεσμα της αύξησης των καθαρών πληρωμών στον τομέα της γενικής κυβέρνησης.
Στα 2,8 δισ. το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών το 2025
Το 2025, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε κατά 2,8 δισεκ. ευρώ σε σχέση με το 2024 και διαμορφώθηκε σε 14,1 δισεκ. ευρώ. Βελτίωση κατέγραψε και το έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών περιορίστηκε, καθώς η μείωση των εισαγωγών υπερέβη εκείνη των εξαγωγών. Σε τρέχουσες τιμές, οι εξαγωγές αγαθών μειώθηκαν κατά 2,5% (αύξηση 1,9% σε σταθερές τιμές) και οι εισαγωγές αγαθών μειώθηκαν κατά 3,6% (-2,0% σε σταθερές τιμές). Σε τρέχουσες τιμές, οι εξαγωγές αγαθών χωρίς καύσιμα αυξήθηκαν κατά 2,5% και οι αντίστοιχες εισαγωγές κατά 3,0% (4,7% και 2,4% σε σταθερές τιμές αντίστοιχα).
Το πλεόνασμα του ισοζυγίου υπηρεσιών διευρύνθηκε, λόγω της βελτίωσης του ισοζυγίου ταξιδιωτικών υπηρεσιών παρά την επιδείνωση των ισοζυγίων μεταφορών και λοιπών υπηρεσιών. Σε σχέση με το 2024, οι αφίξεις μη κατοίκων ταξιδιωτών αυξήθηκαν κατά 5,6% και οι σχετικές εισπράξεις κατά 9,4%.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου πρωτογενών εισοδημάτων μειώθηκε σε σχέση με το 2024, κυρίως ως αποτέλεσμα των χαμηλότερων καθαρών πληρωμών για τόκους, μερίσματα και κέρδη. Το πλεόνασμα του ισοζυγίου δευτερογενών εισοδημάτων αυξήθηκε έναντι του 2024, λόγω της μείωσης των καθαρών πληρωμών της γενικής κυβέρνησης, η οποία αντισταθμίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τη μείωση των καθαρών εισπράξεων στους λοιπούς, εκτός της γενικής κυβέρνησης, τομείς της οικονομίας.
Ισοζύγιο Κεφαλαίων
Τον Δεκέμβριο του 2025, το πλεόνασμα του ισοζυγίου κεφαλαίων κατέγραψε μικρή άνοδο σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2024.
Το 2025, το ισοζύγιο κεφαλαίων παρουσίασε πλεόνασμα ύψους 1,7 δισεκ. ευρώ, έναντι μικρού ελλείμματος το 2024, λόγω σημαντικής αύξησης των καθαρών εισπράξεων της γενικής κυβέρνησης.
Συνολικό Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών και Κεφαλαίων
Τον Δεκέμβριο του 2025, το έλλειμμα του συνολικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και κεφαλαίων (το οποίο αντιστοιχεί στις ανάγκες της οικονομίας για χρηματοδότηση από το εξωτερικό) κατέγραψε αύξηση σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2024 και διαμορφώθηκε σε 3,8 δισεκ. ευρώ.
Το 2025, το έλλειμμα του συνολικού ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και κεφαλαίων περιορίστηκε σε σχέση με το 2024 και διαμορφώθηκε σε 12,4 δισεκ. ευρώ.
Ισοζύγιο Χρηματοοικονομικών Συναλλαγών
Τον Δεκέμβριο του 2025, στην κατηγορία των άμεσων επενδύσεων, οι απαιτήσεις των κατοίκων έναντι του εξωτερικού κατέγραψαν καθαρές ροές ύψους 314,3 εκατ. ευρώ και οι υποχρεώσεις των κατοίκων έναντι του εξωτερικού καθαρές ροές ύψους 731,9 εκατ. ευρώ.
Στις επενδύσεις χαρτοφυλακίου, η άνοδος των απαιτήσεων των κατοίκων έναντι του εξωτερικού αντανακλά κυρίως την αύξηση κατά 580,0 εκατ. ευρώ των τοποθετήσεών τους σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια του εξωτερικού και, δευτερευόντως, την άνοδο κατά 138,5 εκατ. ευρώ των τοποθετήσεων κατοίκων σε μετοχές επιχειρήσεων μη κατοίκων. Η αύξηση των υποχρεώσεών τους οφείλεται κυρίως στην άνοδο κατά 780,0 εκατ. ευρώ των τοποθετήσεων μη κατοίκων σε ελληνικά ομόλογα και έντοκα γραμμάτια.
Στην κατηγορία των λοιπών επενδύσεων καταγράφηκε άνοδος των απαιτήσεων των κατοίκων έναντι του εξωτερικού, κυρίως λόγω της αύξησης κατά 448,2 εκατ. ευρώ της χορήγησης δανείων σε μη κατοίκους από εγχώρια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και, σε μικρότερο βαθμό, της στατιστικής προσαρμογής κατά 290,0 εκατ. ευρώ που συνδέεται με την έκδοση τραπεζογραμματίων αλλά και λόγω της αύξησης κατά 208,0 εκατ. ευρώ των τοποθετήσεων κατοίκων σε καταθέσεις και repos στο εξωτερικό. Η αύξηση των υποχρεώσεών τους προέρχεται από την άνοδο κατά 8,9 δισεκ. ευρώ των τοποθετήσεων μη κατοίκων σε καταθέσεις και repos στην Ελλάδα (περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός TARGET) και, σε μικρότερο βαθμό, από την προαναφερθείσα στατιστική προσαρμογή ύψους 290,0 εκατ. ευρώ, οι οποίες αντισταθμίστηκαν μερικώς από τη μείωση κατά 5,5 δισεκ. ευρώ των δανειακών υποχρεώσεων των κατοίκων προς μη κατοίκους (περιλαμβάνεται η πρόωρη αποπληρωμή δανείων του μηχανισμού Greek Loan Facility – GLF).
Το 2025, στην κατηγορία των άμεσων επενδύσεων, οι απαιτήσεις των κατοίκων έναντι του εξωτερικού κατέγραψαν καθαρές ροές ύψους 5,3 δισεκ. ευρώ και οι υποχρεώσεις των κατοίκων έναντι του εξωτερικού, που αντιστοιχούν σε άμεσες επενδύσεις μη κατοίκων στην Ελλάδα, σημείωσαν καθαρές ροές ύψους 12,0 δισεκ. ευρώ.
Στις επενδύσεις χαρτοφυλακίου, η άνοδος των απαιτήσεων των κατοίκων έναντι του εξωτερικού οφείλεται στην αύξηση κατά 5,6 δισεκ. ευρώ των τοποθετήσεων κατοίκων σε μετοχές επιχειρήσεων μη κατοίκων, η οποία αντισταθμίστηκε από την υποχώρηση κατά 3,4 δισεκ. ευρώ των τοποθετήσεων κατοίκων σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια του εξωτερικού. Η αύξηση των υποχρεώσεών τους αντανακλά σχεδόν εξ ολοκλήρου την άνοδο κατά 14,5 δισεκ. ευρώ των τοποθετήσεων μη κατοίκων σε ελληνικά ομόλογα και έντοκα γραμμάτια.
Στην κατηγορία των λοιπών επενδύσεων, η αύξηση των απαιτήσεων των κατοίκων έναντι του εξωτερικού οφείλεται κυρίως στη στατιστική προσαρμογή για την έκδοση τραπεζογραμματίων κατά 6,5 δισεκ. ευρώ και, δευτερευόντως, στην άνοδο κατά 2,6 δισεκ. ευρώ της χορήγησης δανείων σε μη κατοίκους, οι οποίες αντισταθμίστηκαν μερικώς από τον περιορισμό κατά 427,3 εκατ. ευρώ των τοποθετήσεων κατοίκων σε καταθέσεις και repos στο εξωτερικό. Η αύξηση των υποχρεώσεών τους συνδέεται κυρίως με την προαναφερθείσα στατιστική προσαρμογή ύψους 6,5 δισεκ. ευρώ και, σε μικρότερο βαθμό, με την άνοδο κατά 1,9 δισεκ. ευρώ των τοποθετήσεων μη κατοίκων σε καταθέσεις και repos στην Ελλάδα (περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός TARGET), οι οποίες αντισταθμίστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τη μείωση κατά 7,2 δισεκ. ευρώ της χορήγησης δανείων σε κατοίκους από μη κατοίκους.
Στο τέλος Δεκεμβρίου του 2025, τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας διαμορφώθηκαν σε 20,3 δισεκ. ευρώ, έναντι 14,6 δισεκ. ευρώ στο τέλος Δεκεμβρίου του 2024.





