Παρά τους ρυθμούς ανάπτυξης που καταγράφει η οικονομία τα τελευταία τρίμηνα (υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης) η βελτίωση δεν αποτυπώνεται ισόρροπα στην ευημερία. Η ενδιάμεση έκθεση της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία, επισημαίνει ότι η σχετική υπεροχή της Ελλάδας συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τη στασιμότητα μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών, ενώ αρκετές συγκρίσιμες χώρες «τρέχουν» ταχύτερα.
Στο επίκεντρο των ευρημάτων της έκθεσης βρίσκεται το επίμονο εισοδηματικό χάσμα. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ήταν το 2019 στα 17.210 ευρώ, όταν στην ΕΕ ανερχόταν στα 32.270 ευρώ. Και το 2024, παρά την ανάκαμψη μετά το 2021, η απόσταση παραμένει περίπου στις 14.600 ευρώ. Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: οι θετικοί ρυθμοί μεγέθυνσης από μόνοι τους δεν αρκούν για ουσιαστική σύγκλιση στο βιοτικό επίπεδο.
Αντίστοιχα περιορισμένη εμφανίζεται η πρόοδος στην αγοραστική δύναμη. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες PPS αυξήθηκε από 65,5% του μέσου όρου της ΕΕ το 2019 σε 68,5% το 2024 — μόλις κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες. Στην ίδια κατάταξη, η Τσεχία (90,6%) και η Λιθουανία (87,5%) βρίσκονται σαφώς υψηλότερα, ενώ και η Ρουμανία (77%) ξεπερνά την Ελλάδα, η οποία υπερτερεί μόνο έναντι της Βουλγαρίας (65,9%).
ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
Ερωτήματα προκαλεί και η σύνθεση του ΑΕΠ, καθώς η εγχώρια ζήτηση παραμένει έντονα προσανατολισμένη στην κατανάλωση. Το γ΄ τρίμηνο του 2025 η κατανάλωση των νοικοκυριών αντιστοιχούσε στο 67,7% του ΑΕΠ, έναντι 51,1% στην ΕΕ. Οι επενδύσεις έφτασαν στο 16,9% του ΑΕΠ, αλλά εξακολουθούν να υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου (21,3%). Την ίδια στιγμή, το εμπορικό έλλειμμα διευρύνθηκε από 0,8% του ΑΕΠ το 2019 σε 3,9% το 2025, υπογραμμίζοντας τη διαχρονική εισαγωγική εξάρτηση.
ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΣΕ ΑΚΙΝΗΤΑ
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο ποιοτικό προφίλ των επενδύσεων. Το μερίδιο των επενδύσεων σε κατοικίες αυξήθηκε από 7,1% το 2019 σε 19% το 2025. Αντίθετα, οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό μειώθηκαν από 26,8% σε 21,3%, ενώ σε τεχνολογία, πληροφορική και επικοινωνία από 9,3% σε 8,0%. Η ανάγνωση της ΓΣΕΕ είναι ότι αυτή η μετατόπιση πόρων δεν στηρίζει επαρκώς την παραγωγικότητα, την αναβάθμιση δεξιοτήτων και τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας.
ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Στην αγορά εργασίας καταγράφεται πρόοδος, χωρίς όμως να κλείνουν οι αποστάσεις. Το γ΄ τρίμηνο του 2025 το ποσοστό απασχόλησης ήταν 65,6%, δηλαδή 5,7 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ. Παράλληλα, η «υποαπόδοση» της αγοράς εργασίας παρέμεινε στο 11,6%, επίπεδο υψηλότερο από αυτό που εμφανίζουν χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Επιπλέον, το 2024 το ποσοστό απασχολουμένων στη βιομηχανία ήταν 12,2%, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης έφτανε το 23,2%. Οκτώ χρόνια μετά την έξοδο από τα προγράμματα, η εργασιακή σύγκλιση παραμένει αργή.
ΑΜΟΙΒΕΣ
Το πιο «βαρύ» εύρημα αφορά τις αποδοχές. Ο μέσος ετήσιος μισθός σε όρους PPS αντιστοιχούσε το 2009 στο 91,8% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, όμως το 2019 υποχώρησε στο 61,2% και το 2024 στο 59,1%. Στο ίδιο πλαίσιο, το μέσο ωρομίσθιο σε όρους PPS το 2024 ήταν 11,3, χαμηλότερο από εκείνο συγκρίσιμων ομάδων χωρών που εξετάζει η έκθεση.
Οι μισθολογικές υστερήσεις αποτυπώνονται άμεσα και στις συνθήκες διαβίωσης. Το 2024 το ποσοστό των μισθωτών που βίωναν υλική και κοινωνική στέρηση διαμορφώθηκε στο 21% (το υψηλότερο μεταξύ 15 επιλεγμένων κρατών-μελών) ενώ αυξημένα είναι και τα ποσοστά αδυναμίας κάλυψης βασικών πληρωμών σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά. Σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ, διαμορφώνεται έτσι μια πορεία διαρθρωτικής απόκλισης: η αύξηση του ΑΕΠ δεν μετατρέπεται αναλογικά σε εισοδήματα και ευημερία.






