Εντατικότεροι και ταχύτεροι θα είναι οι κύκλοι ελέγχου και βεβαίωσης οφειλών
Πενταετής, και όχι δεκαετής, είναι από 1/1/2026 η παραγραφή των αξιώσεων του e-ΕΦΚΑ για την είσπραξη μη καταβληθεισών ασφαλιστικών εισφορών, αλλά μόνο για απαιτήσεις που προέρχονται από ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία μετά την ημερομηνία αυτή. Για οφειλές που αφορούν ασφαλιστέα εργασία έως και 31/12/2025 παραμένει η δεκαετής παραγραφή.
Ετσι, από το 2026 και μετά «τρέχουν» παράλληλα δύο χρονικά καθεστώτα, με τις νέες οφειλές να κλείνουν πιο γρήγορα, αλλά τις παλιές να ακολουθούν τον δεκαετή ορίζοντας παραγραφής, με τις εν λόγω αλλαγές να προβλέπονται στο άρθρο 6 του ν. 4997/2022, που τροποποιεί το άρθρο 95 του ν. 4387/2016, και το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή έπειτα από σχετική απόφαση του ΣτΕ.
Ενα δεύτερο κρίσιμο σημείο είναι η αφετηρία εφαρμογής της ρύθμισης. Ο χρόνος παραγραφής δεν αρχίζει από το πότε βεβαιώθηκε η οφειλή, αλλά από την 1/1 του επόμενου έτους μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία. Δηλαδή, για εισφορές που αντιστοιχούν στο 2026, η παραγραφή αρχίζει από 1/1/2027 και, αν δεν υπάρξει διακοπή, συμπληρώνεται στις 31/12/2031. Για εισφορές του 2025 η παραγραφή αρχίζει από 1/1/2026 και, χωρίς διακοπή, συμπληρώνεται στις 31/12/2035.
ΣΤΕΝΕΥΕΙ ΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ
Η πρακτική συνέπεια του νέου πλαισίου σε ό,τι αφορά επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες είναι πως «στενεύει» το χρονικό περιθώριο μέσα στο οποίο η διοίκηση του ΕΦΚΑ θα μπορεί να έχει απαιτήσεις προς είσπραξη από αυτούς.
Μέσα σε μικρότερο χρονικό παράθυρο, ο e-ΕΦΚΑ και το ΚΕΑΟ καλούνται να επιταχύνουν ελέγχους, τις διασταυρώσεις και τις πράξεις βεβαίωσης, ώστε να μη χαθούν απαιτήσεις λόγω παρέλευσης χρόνου, μεταφέροντας ουσιαστικά την πίεση προς πιο άμεση συμμόρφωση, γιατί λάθη σε δηλώσεις, παραλείψεις σε εισφορές και καθυστερήσεις στην τακτοποίηση διαφορών δύσκολα θα «μένουν στα συρτάρια» για πολλά χρόνια χωρίς αντίδραση. Ταυτόχρονα, αυξάνεται η αξία της έγκαιρης διόρθωσης, γιατί οι διαφορές στη μισθοδοσία και στις εισφορές θα αναζητούνται νωρίτερα.
Ωστόσο, ας σημειωθεί πως η ανωτέρω αλλαγή δεν σημαίνει αυτόματη διαγραφή των οφειλών. Το πλαίσιο έχει τεχνικές παραμέτρους και η παραγραφή έχει προϋποθέσεις. Ο νόμος προβλέπει ότι η παραγραφή διακόπτεται, αφενός, με την κοινοποίηση πράξης βεβαίωσης προς τον υπόχρεο και, αφετέρου, με συγκεκριμένα γεγονότα που ισχύουν για τις χρηματικές απαιτήσεις του Δημοσίου. Οπερ σημαίνει πως αν υπάρχουν μέτρα αναγκαστικής είσπραξης ή διοικητικής εκτέλεσης, δηλαδή κινήσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε κατάσχεση, πλειστηριασμό ή εξασφάλιση της απαίτησης, τότε η παραγραφή διακόπτεται.
Ενδεικτικά, ως λόγοι διακοπής περιλαμβάνονται η κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου (είτε στα χέρια του οφειλέτη είτε στα χέρια τρίτου), η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού, η αναγγελία απαίτησης σε πτώχευση, η αναγγελία προς κατάταξη σε πλειστηριασμό, η αναγγελία σε εκκαθαριστή διαλυθέντος νομικού προσώπου, η εγγραφή υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης και η κοινοποίηση ατομικής ειδοποίησης. Σε περιπτώσεις εις ολόκληρον ευθύνης, η διακοπή που επέρχεται απέναντι σε έναν συνοφειλέτη ή εγγυητή επηρεάζει και τους λοιπούς.
Κοινοποίηση εγγράφου μπορεί να μεταβάλει τα χρονικά περιθώρια
Για επαγγελματίες και επιχειρήσεις αυτό σημαίνει πως η πενταετία δεν είναι πανάκεια, καθώς μια γνωστοποίηση εγγράφου ή μια ενέργεια είσπραξης μπορεί να μετατοπίσει το χρονικό περιθώριο. Αυτό σημαίνει πως, ιδιαίτερα για κλάδους με έντονη κινητικότητα, η ταχύτητα των ελέγχων μεγεθύνει και τη σημασία της τεκμηρίωσης της μισθοδοσίας εργαζομένων και των απαραίτητων αποδεικτικών για τις εισφορές, καθώς και της άμεσης αντίδρασης σε κοινοποιήσεις, προκειμένου να μην «κολλάει» η διαδικασία.
Κομβική είναι και η επίπτωση στην ασφαλιστική ενημερότητα. Σύμφωνα με τον νόμο, απαίτηση που έχει υποπέσει σε παραγραφή δεν λαμβάνεται υπόψη κατά την έκδοση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας ή βεβαίωσης οφειλής που επέχει θέση ασφαλιστικής ενημερότητας, κάτι που «λύνει» τα χέρια για επιχειρήσεις οι οποίες χρειάζονται ασφαλιστική ενημερότητα για να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους απρόσκοπτα όπως σε συναλλαγές με το Δημόσιο, συμμετοχή σε διαγωνισμούς, εκταμιεύσεις επιχορηγήσεων ή χρηματοδοτικά εργαλεία, αλλά και σε πράξεις οι οποίες μπλοκάρουν λόγω απουσίας ενημερότητας, όπως μεταβιβάσεις ακινήτων ή συμβάσεις που θέτουν σχετική προϋπόθεση.
Στο μεταβατικό σκέλος υπάρχει ακόμα μία κρίσιμη ρύθμιση. Οφειλές για τις οποίες παρήλθε ο χρόνος παραγραφής χωρίς να μεσολαβήσει γεγονός που τη διακόπτει θεωρούνται παραγεγραμμένες ακόμα και αν, μετά τη λήξη του χρόνου, έχει κοινοποιηθεί ατομική ειδοποίηση, έχει γίνει καταβολή έναντι της οφειλής ή η οφειλή έχει υπαχθεί σε ρύθμιση. Τα ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί για την εξόφληση παραγεγραμμένων οφειλών δεν αναζητούνται, άρα δεν επιστρέφονται εκ των υστέρων.
Σύνταξη με εξαγορά ασφάλισης για τους μη μισθωτούς
Για τους μη μισθωτούς, τέλος, η παραγραφή δεν «κλείνει» πάντα το θέμα. Οταν υπάρχουν παραγεγραμμένες απαιτήσεις από εισφορές, ο ασφαλισμένος μπορεί, μαζί με την αίτηση συνταξιοδότησης, να ζητήσει να συνυπολογιστεί ο χρόνος ασφάλισης που καλύπτει η παραγραφή για θεμελίωση ή και για προσαύξηση σύνταξης, καταβάλλοντας όμως το σύνολο των οφειλόμενων εισφορών και όλων των συναφών επιβαρύνσεων για τον χρόνο που ζητά να εξαιρεθεί από την παραγραφή.
Συνολικά, από 1/1/2026 μικραίνει το χρονικό «παράθυρο» για τις νέες οφειλές, αλλά οι μηχανισμοί διακοπής μέσω κοινοποιήσεων και αναγκαστικών μέτρων παραμένουν ισχυροί, με την αγορά να πρέπει να αναμένει πιο εντατικούς και γρήγορους κύκλους ελέγχων και βεβαίωσης και οφειλών.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (9 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2026)

