«Ξαναχτύπησε» με τις γνωστές αντικοινωνικές του προτάσεις ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας πρόσφατα στο 4ο Εργασιακό Συνέδριο MD Forum με τίτλο «Η εργασία μετά την Τεχνητή Νοημοσύνη: Ο άνθρωπος στο επίκεντρο». Οπως τόνισε, οι μισθολογικές αυξήσεις θα πρέπει να συνεκτιμούν τις εξελίξεις στην παραγωγικότητα μεσοπρόθεσμα, αλλά και τη συγκυρία υψηλής αβεβαιότητας, καθώς υπάρχει κίνδυνος ανοδικής πίεσης στις τιμές που θα επιδεινώσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και τελικά θα μειώσει τα πραγματικά εισοδήματα των εργαζομένων. Με άλλα λόγια, ο κ. Στουρνάρας είπε ότι οι αυξήσεις πρέπει να είναι «μετρημένες» για να μην αυξηθεί ο πληθωρισμός.
Βέβαια, «ξέχασε» να πει ότι η έκρηξη του πληθωρισμού, ιδίως την περίοδο 2022-2023, δεν προήλθε από κάποια αύξηση μισθών αλλά από την εκτίναξη των τιμών σε αγαθά και υπηρεσίες, εν μέρει δικαιολογημένα λόγω της ανόδου της τιμής της ενέργειας, σε μεγάλο βαθμό όμως αδικαιολόγητα καθώς αρκετοί επιχειρηματίες βρήκαν την ευκαιρία να αυξήσουν τα περιθώρια κέρδους.
Ακόμη όμως και την τελευταία διετία όποιες αυξήσεις μισθών δεν οδήγησαν σε απώλεια ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων, κάτι που παραδέχεται και ο ίδιος ο κ. Στουρνάρας. Οπως ανέφερε στην ομιλία του, το κόστος εργασίας έχει αυξηθεί τα τελευταία έτη, αν και σε ρυθμούς που δεν επιδεινώνουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Το 2024 οι αμοιβές ανά μισθωτό αυξήθηκαν κατά 5,8% σε ονομαστικούς όρους και κατά 3,6% σε πραγματικούς όρους, ενώ το πρώτο εννεάμηνο του 2025 σημειώθηκε επιβράδυνση της ανόδου του κόστους εργασίας, καθώς οι αμοιβές ανά μισθωτό σε ονομαστικούς όρους αυξήθηκαν κατά 4,0%, δηλαδή υψηλότερα από τον αποπληθωριστή ιδιωτικής κατανάλωσης (αύξηση 0,3% σε πραγματικούς όρους).
Η συγκρατημένη αύξηση των αμοιβών ανά μισθωτό είχε ως αποτέλεσμα την περιορισμένη άνοδο του μοναδιαίου κόστους εργασίας σε σύγκριση με την ευρωζώνη και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας σε σχέση με τους κύριους ανταγωνιστές της.
Πάντως ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος σημείωσε πως η πρόσφατη «Κοινωνική συμφωνία για την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας», που υπεγράφη μεταξύ της κυβέρνησης και των εθνικών κοινωνικών εταίρων, κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση (πάλι καλά!), καθώς αναμένεται να αυξηθεί το χαμηλό σήμερα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης μερίδιο των εργαζομένων που καλύπτονται από συλλογική σύμβαση εργασίας (γύρω στο 25% των εργαζομένων).
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (2 ΙΑΝΟΥΡΙΟΥ 2026)





