Το 2026 προμηνύεται μια χρονιά κατά τη διάρκεια της οποίας η ελληνική οικονομία θα βρεθεί σε ένα σταυροδρόμι μετασχηματισμού, όπου θα συνοψίζονται τόσο η συσσωρευμένη δυναμική της προηγούμενης περιόδου όσο και οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι της νέας εποχής.
Ο ψηφιακός και πράσινος μετασχηματισμός ανοίγει την πόρτα σε πρωτοφανείς επενδυτικές ροές, αλλά οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης από μόνοι τους δεν αρκούν, δεδομένου ότι η καταληκτική προθεσμία για τα έργα είναι στα τέλη του Αυγούστου. Η χώρα απέχει ακόμα αρκετά από το να μετατρέψει αυτές τις ροές σε διαρθρωτική αύξηση της παραγωγικότητας (παραμένει κάτω από τον μέσο όρο της Ευρώπης). Η επιτυχία θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο οι επενδύσεις θα ενσωματώσουν έγκαιρα και αποτελεσματικά την τεχνολογία, την απαιτούμενη νοοτροπία για την προώθηση της οργανωτικής αναδιάρθρωσης, την κατάλληλη εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού και την επίτευξη ουσιαστικών ως προς το αποτέλεσμα συνεργασιών των πανεπιστημίων με τις επιχειρήσεις.
Οι ευκαιρίες που αναμένονται εντός του 2026 είναι μεγάλες. Σε αυτές περιλαμβάνονται η ανάπτυξη της πράσινης ενέργειας, τα έργα αποθήκευσης και ηλεκτρικής διασύνδεσης, οι ψηφιακές υποδομές και η Τεχνητή Νοημοσύνη (Τ.Ν.), η αύξηση της εξωστρέφειας μέσω των logistics και της ναυτιλίας και η επένδυση σε ανανεώσιμες πηγές (ΑΠΕ). Η διείσδυση των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή έχει ήδη υπερβεί το 50%, ενώ η ψηφιοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών μειώνει σημαντικά το διοικητικό κόστος για πολίτες και επιχειρήσεις.
Η εργασία θα μείνει και το 2026 η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης. Το ζητούμενο της αύξησης της συμμετοχής των γυναικών (στόχος της Κομισιόν είναι να ανέλθει στο 71% έως το 2030) και η δημιουργία θέσεων στην εστίαση, στο εμπόριο και στις υπηρεσίες μπορούν να στηρίξουν την απασχόληση.
Ταυτόχρονα, όμως, φέτος θα πρέπει να υπάρξει ένα πλάνο αντιμετώπισης των κινδύνων που ελλοχεύουν. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται στην ιδιωτική κατανάλωση, με τους ρυθμούς ανάπτυξης να επιβραδύνονται από 2,4% το 2026 στο 1,3% το 2029, σύμφωνα με τον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό. Η λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης (Τ.Α. – RRF) θα περιορίσει τον ρυθμό αύξησης των επενδύσεων, καθώς ο ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου θα αυξάνεται κάτω από 1% από το 2027, ενώ η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων από 9,5 δισ. ευρώ το 2026 σε 11,75 δισ. το 2029 δεν φαίνεται να επαρκεί για να καλύψει το επενδυτικό κενό.
Την ίδια στιγμή το δημόσιο χρέος συνεχίζει να κινείται σε υψηλά επίπεδα και η βιωσιμότητά του απαιτεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Οσο μειώνεται η ανάπτυξη τόσο θα πρέπει να αυξάνονται οι φόροι, κάτι το οποίο θα συμπιέζει την ιδιωτική κατανάλωση και το ΑΕΠ.
Επιπλέον, η αγορά εργασίας θα δεχθεί έντονες πιέσεις από την αυτοματοποίηση: το 61% των εργοδοτών παγκοσμίως σχεδιάζει να αυξήσει τις επενδύσεις στον τομέα αυτό και στην Ελλάδα το 50% δηλώνει την ίδια πρόθεση, με αποτέλεσμα κάποια επαγγέλματα να κινδυνεύουν να καταστούν περιττά.
Αλλος ένα κίνδυνος προέρχεται από την εξωτερική αγορά. Η Ευρώπη αναζητά τρόπους να αντιμετωπίσει τις μεγάλες πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου από τρίτες χώρες που παρακάμπτουν τους τελωνειακούς ελέγχους, εισάγοντας εκατομμύρια μικοδέματα με χαμηλή συμμόρφωση. Οι Ελληνες επιχειρηματίες ζητούν αυστηρότερους κανόνες για την τελωνειακή ένωση, κατάργηση του ορίου de minimis, ενιαίο ευρωπαϊκό handling fee και ψηφιακά εργαλεία, όπως το EU Customs Data Hub, προκειμένου να περιοριστεί η ανεξέλεγκτη ροή παραβατικών εισαγωγών. Ο προσωρινός δασμός 3 ευρώ για κάθε μικροδέμα έως 150 ευρώ θεωρείται ανεπαρκής.
Οι προκλήσεις του 2026 αφορούν και την εκτέλεση των έργων. Η μετά Ταμείου Ανάκαμψης εποχή θα κρίνει την ικανότητα επιχειρήσεων και οργανισμών να λειτουργούν με δομημένες διαδικασίες, τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων, εταιρική διακυβέρνηση και επαρκείς δεξιότητες. Η ανταγωνιστικότητα δεν θα αποτυπώνεται πια στο ύψος των επενδύσεων, αλλά στην ικανότητα εκτέλεσης.
Η πορεία της ελληνικής οικονομίας το 2026 δεν θα κριθεί από εύκολους στόχους. Θα είναι μια χρονιά όπου το επιχειρείν, ο δημόσιος τομέας και η κοινωνία θα βρεθούν αντιμέτωποι με την ανάγκη για ρεαλιστικό σχεδιασμό και επενδυτική οξυδέρκεια και αναβάθμιση δεξιοτήτων. Οι ευκαιρίες είναι πολλές, αλλά οι κίνδυνοι παραμονεύουν.
Δείτε τα άρθρα του αφιερώματος:
Λουκία Σαράντη: Η βιομηχανία χρειάζεται έμπρακτη υποστήριξη
Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου: Η ευρωπαϊκή αυτάρκεια για τις σπάνιες γαίες προϋποθέτει πολιτική βούληση
Γιάννης Χατζηθεοδοσίου: Το 2026 να αποτελέσει σημείο εκκίνησης για την ανάκαμψη των ΜμΕ
Γιώργος Καββαθάς: Ζητούμενο η αποκατάσταση των εισοδημάτων για τους ελεύθερους επαγγελματίες
Σταύρος Καφούνης: Χρειάζεται ένα New Deal για να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα
Θεόδωρος Καπράλος: Η Ευρώπη χάνει χρόνο και το εμπόριο πληρώνει το τίμημα
Διονύσης Χιόνης: Δισεπίλυτος γρίφος οι προβλέψεις για την περίοδο 2026-2029
Θοδωρής Κουναδέας: Τα 5 «πρέπει» για να έχει αποτέλεσμα η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση
Μαρία Σαρτζετάκη: Η μετά RRF Εποχή: Από τη Χρηματοδότηση στην Ικανότητα Εκτέλεσης
Θεόδωρος Κουτρούκης: Πώς θα εξελιχθεί η αγορά εργασίας το 2026
Βενετία Κουσία: Από το σταθερό στο ρευστό: μια νέα τέχνη επιβίωσης
Ξενοφών Καραβίδας: Επενδυτικός καταλύτης το 2026 στον ενεργειακό κλάδο και στις υποδομές
Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου: Η ευρωπαϊκή αυτάρκεια για τις σπάνιες γαίες προϋποθέτει πολιτική βούληση
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 2/1/2026)





