Η πορεία μείωσης του ελληνικού χρέους προς το 119% του ΑΕΠ έως το 2029 έχει αναδειχθεί σε κεντρική στρατηγική του οικονομικού επιτελείου, με τον υπουργό Οικονομικών, Κυριάκο Πιερρακάκη, να αποκαλύπτει το φιλόδοξο σχέδιο της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου για την κατάθεση του Προϋπολογισμού 2026.
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Το έργο δεν είναι εύκολο, καθώς από τις προβολές για το 2026 έως το 2029 θα πρέπει η Ελλάδα να έχει μειώσει τον λόγο χρέος προς ΑΕΠ κατά περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες. Η οδός Νίκης για να πιάσει τους στόχους της «ποντάρει» σε συνέχιση της ανάπτυξης, διαδοχικά πρωτογενή πλεονάσματα και ένα σταθερό πρόγραμμα πρόωρων αποπληρωμών δανείων του πρώτου Μνημονίου.
Σύμφωνα με τις τελευταίες προβολές στην εισηγητική έκθεση Προϋπολογισμού και τα σενάρια της Κομισιόν, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ συνεχίζει την αποκλιμάκωση, από επίπεδα άνω του 150% το 2024 κοντά στο 138% το 2026 και με στόχο να πέσει κάτω από το 120% μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Το σενάριο στηρίζεται στην υπόθεση ότι θα διατηρηθούν υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και ότι οι αγορές θα συνεχίσουν να χρηματοδοτούν την Ελλάδα με σχετικά χαμηλό κόστος δανεισμού.
ΔΙΠΛΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ
Αρμόδιες πηγές του οικονομικού επιτελείου αναφέρουν στην «DEALnews» πως για να επιτευχθεί ο στόχος του 119% χρειάζονται συνέχιση της συστηματικής αποπληρωμής χρέους και συνδυασμός με ονομαστική μεγέθυνση του ΑΕΠ. Στην πράξη η στόχευση για λόγο χρέους προς ΑΕΠ γύρω στο 119% έως το 2029 χωρίζεται σε δύο παράλληλες διαδικασίες.
Από τη μία πλευρά, η καθαρή αποπληρωμή χρέους μέσω του μαξιλαριού των ταμειακών διαθεσίμων της τάξης των 15-20 δισ. ευρώ, περί τα 5-5,3 δισ. ευρώ κάθε χρόνο, χωρίς να αποκλείονται ανοδικές εκπλήξεις ακόμα και το 2026, ώστε να αποπληρωθούν και οι λήξεις του 2029-2032 από τα μνημονιακά δάνεια, όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές. Αυτή η διαδικασία εκτιμάται ότι μπορεί να ρίξει τον δείκτη κατά περίπου έξι έως οκτώ ποσοστιαίες μονάδες.
Από την άλλη, ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της αποκλιμάκωσης, περίπου 17-19 μονάδες από το σημερινό επίπεδο, προέρχεται από την ίδια την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ (δηλαδή ανάπτυξη συν πληθωρισμός). Με αφετηρία μια οικονομία γύρω στα 250 δισ. ευρώ και υπόθεση ετήσιας αύξησης περίπου 4% σε ονομαστικούς όρους, το ΑΕΠ μπορεί στην πενταετία να κινηθεί προς την περιοχή των 300 δισ. ευρώ, αποκλιμακώνοντας το βάρος ενός χρέους που διατηρείται κοντά στα 360 δισ. ή υποχωρεί ήπια. Με αυτή τη λογική περίπου το ένα τέταρτο της συνολικής πτώσης του λόγου χρέους προς ΑΕΠ μέχρι το 2029 θα οφείλεται στην καθαρή αποπληρωμή υποχρεώσεων, ενώ τα τρία τέταρτα θα προκύψουν από την επίδραση του παρονομαστή, δηλαδή από την ονομαστική μεγέθυνση της οικονομίας.
Στο τραπέζι βρίσκεται μια διαδρομή που προϋποθέτει πρόωρες αποπληρωμές της τάξης των 15 έως 20 δισ. ευρώ μέχρι το 2029, κυρίως από τα διμερή δάνεια του πρώτου προγράμματος στήριξης, αλλά και από άλλες υποχρεώσεις υψηλού κόστους. Οι κινήσεις αυτές μειώνουν άμεσα το ύψος του χρέους και τις μελλοντικές δαπάνες για τόκους, άρα διευκολύνουν τη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων χωρίς νέα μέτρα, εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις για την οικονομία.
Θετικές αξιολογήσεις αποτυπώνουν ισχυρή εικόνα και πρόσβαση στις αγορές
Κομβικό ρόλο στην επίτευξη του στόχου έχει ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, που τα τελευταία χρόνια ακολουθεί στρατηγική ενεργητικής διαχείρισης του χαρτοφυλακίου. Μέσα από συνδυασμό εκδόσεων μακροπρόθεσμων ομολόγων, επαναγορών, swap και πρόωρων αποπληρωμών, επιχειρεί να εξομαλύνει το προφίλ λήξεων και να μειώσει σταδιακά την εξάρτηση από τα παλαιά μνημονιακά δάνεια. Για το 2026 η Ελλάδα αναμένεται να βγει στις αγορές με συντηρητικό προγραμματισμό δανεισμού, ενώ ταυτόχρονα επιχειρείται και το «άνοιγμα» και σε άλλες αγορές ομολόγων.
Η επιτάχυνση των πρόωρων αποπληρωμών προς τους επίσημους πιστωτές, ιδίως στα διμερή δάνεια του 2010, θεωρείται κρίσιμη τόσο για τη μείωση του χρέους όσο και για το «σήμα» προς τις αγορές ότι η Ελλάδα δεν είναι πλέον ο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης. Οι πρόσφατες κινήσεις πρόωρης εξόφλησης, που περιορίζουν τον λογαριασμό των τόκων και μειώνουν το χρέος κατά αισθητές ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, εντάσσονται σε αυτή τη στρατηγική.
Παράλληλα, η σταδιακή αύξηση του μεριδίου του χρέους που διακρατείται από την αγορά -μέσω της ενίσχυσης της καμπύλης των ελληνικών ομολόγων- επιτρέπει στον ΟΔΔΗΧ να βελτιώνει την εμπορευσιμότητα και τη ρευστότητα των τίτλων, αλλά αυξάνει και την έκθεση σε πιθανές αναταράξεις των επιτοκίων. Η ισορροπία ανάμεσα σε φθηνό επίσημο δανεισμό και πιο ευέλικτη, αλλά δυνητικά ακριβότερη, χρηματοδότηση από τις αγορές είναι μία από τις βασικές προκλήσεις των επόμενων ετών.
Μέχρι στιγμής οι αγορές «διαβάζουν» θετικά την εικόνα της ελληνικής οικονομίας, ανταμείβοντας την πορεία μείωσης του χρέους με αποδόσεις που κινούνται σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν και με αναβαθμίσεις από τους οίκους αξιολόγησης και προς την ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και ο στόχος για ταχεία αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κάτω από το 120%.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 28/11/2025)





