Το βασικό σύνθημα του Κυριάκου Μητσοτάκη για λιγότερους φόρους μετατράπηκε σε μια άνευ προηγουμένου φορολογική επιδρομή προς μισθωτούς, συνταξιούχους και αυτοαπασχολούμενους, όπως δείχνουν τα ίδια τα επίσημα στοιχεία του Κρατικού Προϋπολογισμού!
Του Μάκη Ντόβολου
Οπως φαίνεται στον σχετικό πίνακα για την εξέλιξη των φορολογικών εσόδων, μετά επιστροφών, την περίοδο 2019-2026 τα έσοδα από ΦΠΑ θα έχουν αυξηθεί κατά 9,08 δισ. ευρώ, οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης κατά 261 εκατ. ευρώ, ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων κατά 4,75 δισ. ευρώ και ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων κατά 3,58 δισ. ευρώ. Η ποσοστιαία μεταβολή τους κυμαίνεται από 3,7% έως και 99% για τον φόρο στις επιχειρήσεις!
Αυτά τα επιπλέον έσοδα, προερχόμενα από την υπερφορολόγηση, οδηγούν στα υπερπλεονάσματα, εκ των οποίων ένα μικρό μέρος επιστρέφει στην κοινωνία, εξυπηρετώντας τις πολιτικές στοχεύσεις του κυβερνώντος κόμματος.
Τις αυξημένες εισπράξεις στον ΦΠΑ η κυβέρνηση τις αποδίδει κυρίως στον περιορισμό της φοροδιαφυγής, στην αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και στην άνοδο της κατανάλωσης. Ομως, ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» δεν είναι άλλος από την ακρίβεια των τελευταίων ετών, η οποία «φούσκωσε» και τον ΦΠΑ που επιβάλλεται επί των αυξημένων τιμών. Το πόσο σημαντική είναι, για την κυβέρνηση, η συγκεκριμένη πηγή εσόδων αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αρνείται σταθερά μέχρι σήμερα να μειώσει τους συντελεστές ακόμα και για βασικά αγαθά, με το επιχείρημα ότι η όποια μείωση δεν θα περάσει στους καταναλωτές. Την ίδια στιγμή, βέβαια, δεν μειώνει ούτε και τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, όπου εκεί, λόγω της φύσης του φόρου, η μείωση θα περνούσε απευθείας στις λιανικές τιμές.

ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΑ ΕΣΟΔΑ
Επίσης, σε ό,τι έχει να κάνει με το κυβερνητικό επιχείρημα περί περιορισμού της φοροδιαφυγής εκφράζονται διαφορετικές απόψεις. Πρόσφατα ο πρώην υπουργός Τάσος Γιαννίτσης, μιλώντας σε ημερίδα που οργάνωσαν το Μορφωτικό Ιδρυμα της Εθνικής Τράπεζας, το ΙΟΒΕ και η «Ελληνική Παραγωγή», υποστήριξε ότι τα τελευταία χρόνια τα φορολογικά έσοδα γενικώς και τα έσοδα από ΦΠΑ και φόρους κατανάλωσης ειδικότερα ως ποσοστό του ΑΕΠ παραμένουν αμετάβλητα. Αν όμως πράγματι είχε μειωθεί η φοροδιαφυγή, τότε θα έπρεπε η συμμετοχή των φορολογικών εσόδων στο ΑΕΠ, τουλάχιστον του ΦΠΑ και των φόρων κατανάλωσης, να αυξάνεται. Αλλά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, σημείωσε ο κ. Γιαννίτσης.
Την ίδια στιγμή η ακρίβεια αποτελεί δίκοπο μαχαίρι, καθώς από τη μία «τροφοδοτεί» τα δημόσια ταμεία, από την άλλη όμως πιέζει τα οικονομικά των νοικοκυριών και κατά συνέπεια την κατανάλωση. Δεν είναι τυχαίο ότι ο όγκος πωλήσεων στο λιανικό εμπόριο μειώθηκε κατά 3,4% το 2023 και 1,6% το 2024, εξέλιξη που σε συνδυασμό με την αύξηση της φορολόγησης των μικρομεσαίων έχει οδηγήσει πολλούς εκτός αγοράς. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., ο αριθμός των αυτοαπασχολούμενων έχει μειωθεί κατά 62.000 άτομα μόνο τον τελευταίο χρόνο!
«Αιμοδότες» του Προϋπολογισμού είναι και τα φυσικά πρόσωπα, είτε πρόκειται για μισθωτούς και συνταξιούχους είτε για άτομα με επιχειρηματική δραστηριότητα (ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι κ.λπ.), καθώς η αύξηση των αμοιβών οδηγεί σε υψηλότερη φορολογική κλίμακα και άρα σε αυξημένο φόρο (ο λεγόμενος πληθωριστικός φόρος), ενώ υπήρξε και η επιβολή των τεκμηρίων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων για το 2026 προβλέπεται να είναι μειωμένος μόλις κατά 104 εκατ. ευρώ έναντι του 2025, μετά επιστροφών, παρά τα πρόσφατα φορολογικά μέτρα, με εκτιμώμενη απώλεια εσόδων ύψους 1,22 δισ. ευρώ. Αυτό θα συμβεί διότι η προβλεπόμενη αύξηση των αμοιβών εξαρτημένης εργασίας, των συντάξεων και της αναμενόμενης νέας αύξησης του κατώτατου μισθού θα οδηγήσει σε αυξημένη φορολόγηση, καλύπτοντας πάνω από το 90% της εκτιμώμενης απώλειας εσόδων. Με άλλα λόγια, το κράτος από το ένα χέρι θα δώσει και από το άλλο θα πάρει.
Οσον αφορά την αύξηση της φορολογίας νομικών προσώπων, εκεί πράγματι η σημαντική αύξηση της κερδοφορίας των τελευταίων ετών δικαιολογεί την ανοδική πορεία των εσόδων, κερδοφορία που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στις αυξημένες τιμές σε προϊόντα και υπηρεσίες, ενώ σημειώνεται πως το 2024 είχαμε και τη θέσπιση της έκτακτης φορολόγησης στις εταιρίες διύλισης.
Κυβερνητικό «όχι» στην αναπροσαρμογή συντελεστών
Η κυβέρνηση απέρριψε την πρόταση για τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας (δηλαδή προσαρμογή των φορολογικών συντελεστών βάσει του πληθωρισμού), με αποτέλεσμα η αύξηση των αμοιβών, σε περιόδους πληθωριστικών πιέσεων, να οδηγεί σε υπέρμετρη φορολογική επιβάρυνση.
Η τιμαριθμοποίηση θα ήταν η καλύτερη λύση για τους φορολογουμένους, όπως έδειξε και σχετική μελέτη του τμήματος οικονομικής ανάλυσης της Eurobank. Με βάση στοιχεία της ΑΑΔΕ, η φορολογική επιβάρυνση των εισοδημάτων από μισθωτές υπηρεσίες, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα, δηλαδή ο αναλογών φόρος ως ποσοστό των αντίστοιχων φορολογούμενων εισοδημάτων, αυξήθηκε από το 9,9% το 2021 στο 11,1% το 2023. Το 37% της αύξησης αυτής προήλθε από την ολίσθηση κλιμακίου των φορολογουμένων λόγω της μη τιμαριθμοποίησης της φορολογικής κλίμακας. Αν η κλίμακα είχε τιμαριθμοποιηθεί πλήρως, τα φορολογικά έσοδα από τις προαναφερθείσες κατηγορίες εισοδημάτων για το 2023 θα ήταν κατά 9,2% χαμηλότερα.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 28/11/2025)





