Σε διαβούλευση βρίσκεται πλέον το νέο νομοσχέδιο για τις σχολάζουσες κληρονομιές και τον κώδικα κοινωφελών περιουσιών, το οποίο αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο το Δημόσιο θα εντοπίζει και θα συγκεντρώνει περιουσίες που βρίσκονται σε κληρονομικό «κενό».
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Ταυτόχρονα, ωστόσο, δημιουργείται ένα πιο γενναιόδωρο φορολογικό πλαίσιο για τα ιδρύματα, τα οποία βγαίνουν κερδισμένα από το νέο καθεστώς απαλλαγών σε κληρονομιές, δωρεές και ακίνητα, εφόσον ενταχθούν στα προβλεπόμενα μητρώα και πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια.
Κεντρικός στόχος του νομοσχεδίου είναι να μπει τάξη στις σχολάζουσες κληρονομιές, δηλαδή στις περιουσίες αποβιωσάντων χωρίς γνωστούς κληρονόμους. Με την ψηφιακή πλατφόρμα e-diadoxi και το Ενιαίο Ψηφιακό Μητρώο Σχολαζουσών Κληρονομιών, το Δημόσιο θα έχει πιο σαφή εικόνα για ακίνητα και καταθέσεις, κλείνοντας παλιές «μαύρες τρύπες» και επιταχύνοντας τη διαδικασία αναγνώρισής του ως κληρονόμου. Πάνω σε αυτόν τον εκσυγχρονισμό του συστήματος ενσωματώνεται ένα δεύτερο επίπεδο ρυθμίσεων, που αλλάζει αισθητά τη φορολογική μεταχείριση των κοινωφελών ιδρυμάτων.
ΤΑ ΚΟΙΝΩΦΕΛΗ ΙΔΡΥΜΑΤΑ
Το πρώτο μεγάλο όφελος για τα ιδρύματα βρίσκεται στον φόρο κληρονομιάς και δωρεών. Μέχρι σήμερα οι κοινωφελείς περιουσίες δεν απολάμβαναν γενικής απαλλαγής, αλλά υπάγονταν σε ειδικό καθεστώς αυτοτελούς φορολόγησης με μειωμένο συντελεστή. Στον νέο κώδικα φορολογίας περιουσίας προστίθεται ρύθμιση που απαλλάσσει πλήρως από τον φόρο κληρονομιάς τις κτήσεις υπέρ αναγνωρισμένων κοινωφελών ιδρυμάτων και αυτοτελών περιουσιών. Βάσει της νομοθεσίας, κοινωφελή ιδρύματα θεωρούνται όσα ασκούν στην Ελλάδα κοινωφελείς, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές ή θρησκευτικές δραστηριότητες (π.χ., Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, Ιδρυμα Μποδοσάκη, Κοινωφελές Ιδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση, Ιδρυμα Α. Γ. Λεβέντη, Ιδρυμα Ωνάση κ.ά.) και εφόσον ενταχθούν στο νέο ηλεκτρονικό μητρώο. Οι κληροδοσίες προς αυτούς τους φορείς παύουν να επιβαρύνονται με φόρο κληρονομιάς, ενισχύοντας τη δυνατότητα συγκέντρωσης περιουσίας γύρω από οργανωμένες δομές.
Αντίστοιχη «στροφή» γίνεται και στις δωρεές. Η μέχρι τώρα νομοθεσία τις αντιμετώπιζε με τη λογική της αυτοτελούς φορολόγησης, αναγνωρίζοντας μεν τον κοινωφελή χαρακτήρα, αλλά διατηρώντας μία, έστω χαμηλότερη, επιβάρυνση. Με το νέο καθεστώς, τα ιδρύματα που θα ενταχθούν στη γενική απαλλαγή δεν θα φορολογούνται ούτε για τις δωρεές που λαμβάνουν. Κληρονομιές και δωρεές προς συγκεκριμένη κατηγορία κοινωφελών φορέων μετατρέπονται ουσιαστικά σε πλήρως αφορολόγητες μεταβιβάσεις, κάτι που κάνει πιο ελκυστική για διαθέτες και δωρητές την επιλογή οργανισμών αυτού του τύπου.
ΕΙΔΙΚΟΣ ΦΟΡΟΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ
Το δεύτερο κρίσιμο πεδίο όπου τα ιδρύματα βγαίνουν κερδισμένα είναι ο ειδικός φόρος επί των ακινήτων. Ο ΕΦΑ θεσπίστηκε για να πιέσει νομικά πρόσωπα με αδιαφανείς δομές να αποκαλύψουν τους πραγματικούς δικαιούχους των ακινήτων τους και συνοδεύεται από υψηλό συντελεστή. Στην πράξη, όμως, στα «δίχτυα» του φόρου βρέθηκαν και κοινωφελείς δομές που κατέχουν ακίνητα μέσω εταιριών συμμετοχών ή θυγατρικών, με πρόσθετα βάρη και δικαστικές εκκρεμότητες. Το νομοσχέδιο διευρύνει και ξεκαθαρίζει την απαλλαγή, καθώς καλύπτει όχι μόνο τα ίδια τα ιδρύματα, αλλά και τις εταιρίες των οποίων κατέχουν άμεσα ή έμμεσα το σύνολο των μετοχών, υπό τον όρο ότι τα έσοδα κατευθύνονται στους κοινωφελείς σκοπούς.
Στην πράξη μια κοινωφελής περιουσία μπορεί να διαρθρώνεται μέσω μιας ή περισσότερων εταιρικών οχημάτων χωρίς να «τιμωρείται» με ΕΦΑ, αρκεί να αποδεικνύεται η σύνδεση με τον σκοπό και να τηρούνται οι όροι της απαλλαγής. Παράλληλα, προβλέπεται μεταβατική διάταξη για εκκρεμείς υποθέσεις, δρομολογώντας αρχειοθετήσεις σε περιπτώσεις όπου τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται εντάσσονταν πλέον στο πεδίο της απαλλαγής. Για τα ιδρύματα αυτό μεταφράζεται όχι μόνο σε ελάφρυνση για το μέλλον, αλλά και σε επίλυση υποθέσεων που σέρνονται εδώ και χρόνια.
Ολα τα παραπάνω συνδέονται με τον νέο κώδικα κοινωφελών περιουσιών, ο οποίος στήνει ηλεκτρονικά μητρώα, κανόνες εποπτείας, μηχανισμούς ελέγχου και ειδικό φορέα διαχείρισης αδρανών κληροδοτημάτων και σχολαζουσών κληρονομιών. Για να επωφεληθούν από τις απαλλαγές, τα ιδρύματα θα πρέπει να μπουν σε αυτό το πλαίσιο διαφάνειας, δηλώνοντας διοικήσεις, οικονομικές καταστάσεις, χρήση ακίνητης περιουσίας και τον τρόπο διάθεσης των εσόδων τους, εφαρμόζοντας, σύμφωνα με τον τύπο του νόμου, αυστηρότερη εποπτεία και μεγαλύτερη έκθεση σε ελέγχους για κακοδιαχείριση ή απόκλιση από τον κοινωφελή σκοπό.
Αβέβαιη η ισορροπία παροχών και αγοράς
Ζητούμενο, ωστόσο, παραμένει η ισορροπία ανάμεσα στη στήριξη του κοινωφελούς έργου και στην αρχή της φορολογικής ισονομίας. Επιπλέον, το νομοσχέδιο δεν συνοδεύεται από αναλυτική αποτίμηση του δημοσιονομικού κόστους αυτών των απαλλαγών, αλλά και ποιο αποτύπωμα θα αφήσει στην αγορά κατοικίας και στη στεγαστική κρίση, αν τελικά χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο προσιτής στέγης ή απλώς ως πιο ευέλικτος μηχανισμός διαχείρισης περιουσίας.
Το εργαλείο που στήνεται μπορεί να ξεμπλοκάρει παγωμένα ακίνητα, να τα καταγράψει, να τα ανακαινίσει και να τα φέρει ξανά στην κυκλοφορία, χωρίς όμως δεσμευτικούς στόχους για προσανατολισμό σε προσιτή μίσθωση. Που σημαίνει ότι τα οφέλη που προσφέρονται προς τα μεγάλα ιδρύματα, αν δεν αξιοποιηθεί το νέο πλαίσιο ως ένα πραγματικό αντίβαρο στις τιμές των ενοικίων, ενδέχεται να αποδειχθεί ως ένα «δώρο» το οποίο δεν θα έχει καν τα χαρακτηριστικά ενός «αναγκαίου κακού» που θα βοηθήσει στη λείανση των επιπτώσεων της στεγαστικής κρίσης και της έλλειψης κατοικιών στην αγορά ακινήτων.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 21/11/2025)





