Κυριάκος Πιερρακάκης: Ψάχνει το «φάρμακο» στις άμεσες ξένες επενδύσεις

Μεγάλο στοίχημα για τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας - Η σταθερή πρόοδος δίχως το στήριγμα του Ταμείου Ανάκαμψης, μέσω στρατηγικών συμπράξεων

Μπροστά στο ερώτημα «μετά το Ταμείο Ανάκαμψης, τι;» βρίσκονται οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αλλά και οικονομικοί παράγοντες, καθώς η ροή των κονδυλιών τελειώνει σε έναν χρόνο από σήμερα και η ελληνική οικονομία καλείται να βρει νέο «καύσιμο» προκειμένου να πετύχει διατηρήσιμη ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.

Του Μάκη Ντόβολου

Ηδη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις φθινοπωρινές εκτιμήσεις της αναφέρει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης στην Ελλάδα θα προσγειωθεί στο 1,7% το 2027, από 2,2% το 2026, καθώς, όπως σημειώνει, ορισμένα κράτη-μέλη με μεγάλη εισροή κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης (όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία) θα δουν σημαντική πτώση των δαπανών προερχόμενων από ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις το 2027, καθώς πρόκειται να αντισταθμιστεί από την αυξημένη απορρόφηση των πόρων του ΕΣΠΑ.

Για την Ελλάδα η κατάσταση είναι πιο σοβαρή, καθώς, σε αντίθεση με άλλες χώρες, αντιμετώπισε πρωτοφανή και χρόνια ύφεση, η οποία την οδήγησε στις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε, σε πολλά οικονομικά και κοινωνικά μεγέθη. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα μας, αν θέλει να συγκλίνει με τον μέσο της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης, απαιτείται να επιτυγχάνει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης για αρκετά χρόνια.

O υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης

Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της ελληνικής οικονομίας μετά το Ταμείο Ανάκαμψης, κάτι που παραδέχεται και ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κ. Πιερρακάκης. Οπως επισημαίνει, «έχουμε ένα μεγάλο διακύβευμα μπροστά μας, να μπορέσουμε να τονώσουμε τον ρυθμό ανάπτυξης όχι μόνο εμείς αλλά και τα υπόλοιπα 26 ευρωπαϊκά κράτη, μετά το πέρας του» και προσθέτει: «Δεν θα μπορέσουμε να πιάσουμε πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης εάν δεν έχουμε πολλές ιδιωτικές επενδύσεις». Αυτές τις επενδύσεις ο κ. Πιερρακάκης τις ονομάζει «ιδιωτικούς καταλύτες», οι οποίοι θα έρθουν να προστεθούν στη μόχλευση του δηόσιου χρήματος και των δημόσιων πακέτων και projects, τα οποία θα χρηματοδοτηθούν είτε από τον ευρωπαϊκό είτε από τον εγχώριο Προϋπολογισμό τα προσεχή χρόνια.

Το πρόβλημα είναι ότι η ελληνική επιχειρηματική κοινότητα διστάζει να επενδύσει για διάφορους λόγους αντικειμενικούς, αλλά και σε ό,τι έχει να κάνει με τη νοοτροπία του εγχώριου επιχειρείν. Αυτό το έχει αντιληφθεί ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας, ο οποίος θεωρεί ότι το «φάρμακο» είναι οι άμεσες ξένες επενδύσεις, οι οποίες θα αυξήσουν και την παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας. Οπως υποστηρίζει, «είναι κάποιες πάρα πολύ πρωτοφανείς στρατηγικές συμπράξεις και στρατηγικές συνεργασίες, καθώς και στρατηγικές επενδύσεις σε οργανισμούς που μετέχει το Ελληνικό Δημόσιο και ευρύτερα στη χώρα μας, που πρέπει να τις δούμε να μετουσιώνονται το επόμενο δωδεκάμηνο ακριβώς στο πνεύμα των διασυνοριακών συγχωνεύσεων και εξαγορών».

Επιχειρηματικός δισταγμός, παρά την κερδοφορία και το βελτιωμένο περιβάλλον

Παρά την έξοδο από τα Μνημόνια, τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών και την εισροή πόρων από την Ε.Ε., οι ιδιωτικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να επιδεικνύουν συγκρατημένη επενδυτική συμπεριφορά. Το γεγονός αυτό είναι αξιοσημείωτο, ειδικά αν ληφθεί υπόψη ότι η κερδοφορία πολλών επιχειρήσεων έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια, ενώ το περιβάλλον χρηματοδότησης έχει βελτιωθεί σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία. Οι βασικοί λόγοι γι’ αυτό το φαινόμενο είναι οι ακόλουθοι:

– Μελέτες όπως αυτές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Grant Thornton δείχνουν ότι η εμπειρία της μακράς κρίσης έχει αφήσει βαθύ αποτύπωμα στη συμπεριφορά των επιχειρήσεων. Η αβεβαιότητα, οι διαδοχικές αναταράξεις (κεφαλαιακοί περιορισμοί, πανδημία, ενεργειακή κρίση) και η ευθραυστότητα του οικονομικού περιβάλλοντος έχουν καταστήσει τους επιχειρηματίες περισσότερο προσεκτικούς στο επενδυτικό ρίσκο. Ετσι, ακόμα και όταν το μακροοικονομικό περιβάλλον βελτιώνεται, η διάθεση για μακροπρόθεσμες, κεφαλαιουχικές επενδύσεις παραμένει περιορισμένη.

– Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από έναν επιχειρηματικό χάρτη με πολλές μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με περιορισμένη κεφαλαιακή επάρκεια και χαμηλή οργανωτική ωριμότητα. Μελέτες της EIB και του ΟΟΣΑ επισημαίνουν ότι οι επιχειρήσεις μικρού μεγέθους τείνουν να επενδύουν λιγότερο, να δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν μακροπρόθεσμες επενδύσεις και συχνά αδυνατούν να επωφεληθούν από προγράμματα ψηφιακού και πράσινου μετασχηματισμού. Αυτή η δομή της ελληνικής οικονομίας οδηγεί σε περιορισμένο επενδυτικό δυναμικό, ανεξάρτητα από τις προθέσεις.

– Παρότι το τραπεζικό σύστημα είναι πλέον πιο σταθερό και τα δάνεια αυξάνονται, οι σχετικές έρευνες δείχνουν ότι μεγάλο μέρος των ελληνικών επιχειρήσεων εξακολουθεί να χρηματοδοτεί επενδύσεις κυρίως με ίδια κεφάλαια. Αυτό περιορίζει το εύρος των έργων που μπορούν να υλοποιηθούν και αυξάνει το ρίσκο για την επιχείρηση, οδηγώντας εκ νέου σε πιο συντηρητικές επιλογές. Αν συνυπολογιστεί το υψηλό κόστος ενέργειας και η έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού, ο επενδυτικός δισταγμός γίνεται πιο κατανοητός.

– Στην Ελλάδα παρατηρείται το εξής παράδοξο: αν και το ποσοστό των επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ παραμένει ακόμα χαμηλά, την ίδια στιγμή η κερδοφορία πολλών επιχειρήσεων βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι επιχειρήσεις συχνά κατευθύνουν το διαθέσιμο κεφάλαιο σε επενδύσεις χαμηλότερου ρίσκου (όπως ακίνητα και κατασκευές) και λιγότερο σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας (όπως έρευνα και ανάπτυξη, τεχνολογία, καινοτομία). Ετσι, οι επιχειρήσεις επιλέγουν «ασφαλείς» επενδυτικές κινήσεις, ακόμη κι αν αυτό έχει κόστος για την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Κατά συνέπεια ενώ η αύξηση των επενδύσεων τα τελευταία χρόνια είναι υπαρκτή, με τη βοήθεια και του Ταμείου Ανάκαμψης, αυτό δεν αρκεί για να καλύψει το μεγάλο επενδυτικό κενό της προηγούμενης δεκαετίας.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 21/11/2025)


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ