Τα ερωτήματα και το… μυστήριο σχετικά με την εκτόξευση του μεγέθους των αποθεμάτων το 2024, αποτελώντας έτσι τον βασικό παράγοντα αύξησης του ΑΕΠ κατά 2,1% την προηγούμενη χρονιά, παραμένουν, καθώς, παρά τον θόρυβο που δημιουργήθηκε, η ΕΛ.ΣΤΑΤ. δεν θεώρησε αναγκαίο να εξηγήσει προς τους πολίτες πώς προέκυψε αυτή η μεταβολή, όταν πλέον δόθηκε στη δημοσιότητα και η 2η εκτίμηση των Ετήσιων Εθνικών Λογαριασμών του 2024.
ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΝΤΟΒΟΛΟΥ
Υπενθυμίζεται ότι με άρθρο του στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», ο πρώην υπουργός Τάσος Γιαννίτσης είχε θέσει τα ακόλουθα ερωτήματα: Πρώτον, γιατί η Ελλάδα εμφανίζει σταθερά τόσο μεγάλες τιμές ΑΕΠ που οφείλονται σε «αποθέματα», ενώ στις χώρες της Ευρωζώνης είναι σχεδόν μηδενικά; Δεύτερον, πώς εξηγείται ότι ιδιαίτερα το 2024 και 2025 σημειώνεται μια, στην κυριολεξία, εκτίναξη των «αποθεμάτων» για 2-3 τρίμηνα; Τρίτον, πώς εξηγείται, επίσης, ότι με τον τομέα της βιομηχανικής μεταποίησης να αντιπροσωπεύει το 9% της παραγωγής (του ΑΕΠ) τα αποθέματα έφτασαν το 2024 να αντιπροσωπεύουν 4,1% του ΑΕΠ, δηλαδή το 45% της βιομηχανικής παραγωγής;
Από την πλευρά της, η ΕΛ.ΣΤΑΤ. με ανακοίνωσή της υποστήριξε ότι δεν αύξησε τα αποθέματα για να αποδώσει σε αυτά τον ρυθμό μεγέθυνσης και ότι όλες οι εκτιμήσεις της για το ΑΕΠ έχουν επικυρωθεί από τη Eurostat, ενώ αξιοποιούνται οι βέλτιστες διαθέσιμες πηγές παραγωγής και δαπάνης και εφαρμόζονται τα εγχειρίδια της Eurostat και του ΟΟΣΑ. Επίσης, με ασυνήθιστη σκληρή γλώσσα για Ανεξάρτητη Αρχή, είχε χαρακτηρίσει τον κ. Γιαννίτση περίπου άσχετο και ότι παράγει θεωρίες συνωμοσίας.
Και ενώ όλοι ανέμεναν η ΕΛ.ΣΤΑΤ. να επανέλθει στο ζήτημα μετά τις 16 Οκτωβρίου, όταν και ανακοινώθηκε η οριστική εκτίμηση για το 2024, προκειμένου να υπερασπιστεί την ποιότητα των στοιχείων της, αντί αυτού είχαμε σιγή ιχθύος από την Ανεξάρτητη Αρχή ,κάτι που .προκάλεσε νέες απορίες και ερωτήματα.
Πάντως, τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι τα αποθέματα (αποτελούνται από υλικά και προμήθειες, συνεχιείς εργασίες όπως αναπτυσσόμενες καλλιέργειες, ημιτελείς κατασκευές κ.λπ., έτοιμα προϊόντα, αγαθά προς μεταπώληση) σχεδόν οκταπλασιάστηκαν, σε τρέχουσες τιμές, το 2024, καθώς από 638 εκατ. ευρώ το 2023 εκτοξεύτηκαν στα 5,33 δισ. ευρώ το 2024. Μάλιστα ως ποσοστό του ΑΕΠ όχι μόνο ήταν το υψηλότερο στην Ευρωζώνη και την Ε.Ε., καθώς ανήλθε στο 2,3%, αλλά ήταν σχεδόν εξαπλάσιο του μέσου όρου της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης (0,4% του ΑΕΠ για το 2024).
ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΠΟΥ ΞΕΝΙΖΕΙ
Στην μετά πανδημική περίοδο (2021-2024) παρατηρείται σημαντική αύξηση του λογαριασμού «Αποθέματα» ως ποσοστού του ΑΕΠ στην Ελλάδα. Και αν για την περίοδο μετά την πανδημία αυτή η εξέλιξη μπορεί να θεωρηθεί ως φυσιολογική, λόγω των διαταραχών στην προσφορά και τη ζήτηση, υπάρχει έντονη συζήτηση για το πόσο «κανονική» ή «υγιής» είναι αυτή η εξέλιξη στη συνέχεια και ιδίως το 2024.
Σε ανάλυσή του τον περασμένο Μάρτιο το τμήμα οικονομικής έρευνας της Eurobank είχε επισημάνει ότι παραμένει άγνωστο σε ποιο βαθμό αυτή η τεράστια αύξηση των αποθεμάτων το 2024 αφορά πραγματικά αποθέματα, ημιτελή επενδυτικά αγαθά (που θα μετεγγραφούν στις επενδύσεις σε κάποια αργότερη εκτίμηση του ΑΕΠ) ή απλώς την αδυναμία ταυτοποίησης μεταξύ των δύο στατιστικών προσεγγίσεων με τις οποίες εκτιμάται το ΑΕΠ (ως παραγωγή και ως ζήτηση). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είχε σημειώσει πως το μέγεθος της μεταβολής των αποθεμάτων σε διαδοχικά τρίμηνα είναι ασυνήθιστα μεγάλο σε ευρωπαϊκή σύγκριση.
Επίσης, σε εκθέσεις τους η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Εθνική Τράπεζα, η Τράπεζα της Ελλάδος και το Levy Institute συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι το 2024 σημειώθηκε εξαιρετικά υψηλή θετική συνεισφορά των αποθεμάτων στην αύξηση του ΑΕΠ, μεταξύ +3 και +4 ποσοστιαίων μονάδων, κάτι που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο στη σύγχρονη ελληνική στατιστική σειρά. Πάντως, οι περισσότερες οικονομικές αναλύσεις εκτιμούν ότι θα σημειωθεί απορρόφηση των αποθεμάτων το 2025-2026, κάτι λογικό, καθώς διαφορετικά θα φτάναμε σε οικονομικά αλλοπρόσαλλες καταστάσεις.
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ
Το πρόσφατο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων του Ινστιτούτου του ΙΝΣΕΤΕ υποστηρίζει ότι η εκτίμηση της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για πολύ μεγάλη αύξηση των επενδύσεων σε αποθέματα και των στατιστικών διαφορών το 2024 ήταν εν μέρει αναμενόμενη, δεδομένου του ιδιαίτερα χαμηλού και υποεκτιμημένου επιπέδου των αποθεμάτων το 2023. Ωστόσο, το μέγεθος της ανόδου που εκτιμήθηκε από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. υπερέβη σημαντικά τις εκτιμήσεις τόσο του ΙΝΣΕΤΕ όσο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Μάιος 2024), η οποία, μάλιστα, προέβλεπε αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,2%, με μηδενική επίπτωση από τις μεταβολές των αποθεμάτων, όταν τελικά αποδείχτηκε ο κύριος παράγοντας αύξησης του ΑΕΠ κατά την προηγούμενη χρονιά.
Οπως και να ‘χει, μένει να φανεί αν η πρωτοφανής αύξηση των αποθεμάτων το 2024, που συνεισέφερε σημαντικά στην ανάπτυξη του ΑΕΠ, αποδίδεται κυρίως σε οικονομικούς λόγους (αυξημένη παραγωγή λόγω επενδύσεων, πιθανώς χρηματοδοτούμενες από το Ταμείο Ανάκαμψης, ή/και σε αύξηση των εισαγωγών που μπορεί να συνδέεται με την αύξηση των αποθεμάτων ή/και ταυτόχρονη σε μείωση της ζήτησης λόγω της μείωσης του πραγματικού εισοδήματος) ή σε τεχνικούς στατιστικούς λόγους ή σε κάτι άλλο, άγνωστο προς το παρόν.
Το παράδοξο των αποθεμάτων
Του Διονύση Χιόνη*
Σχεδόν πάντα είναι οι ονομαζόμενες ακραίες τίμες (outliers) ενός οικονομικού μεγέθoυς αυτές που συγκεντρώνουν την προσοχή και τροφοδοτούν τον δημόσιο διάλογο. Στη στατιστική αλλά και στη μελέτη των εθνικών λογαριασμών οι τιμές που τραβούν το ενδιαφέρον των μελετητών και των οικονομολόγων είναι οι ακραίες.
Τα αποθέματα των επιχειρήσεων και τα ημιτελή επενδυτικά αγαθά το 2024 παρουσίασαν μία εξαιρετικά ακραία τιμή και ως εκ τούτου υψηλή συμμετοχή στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν. Φαίνεται ότι αυτή την υψηλή συμμετοχή στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν δεν την είχαμε δει ούτε τα προηγούμενα χρόνια ούτε και καταγράφεται σε άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Και αυτό το γεγονός προκάλεσε ένα μεγάλο προβληματισμό και συζήτηση.
Εχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι με το που άρχισαν αυτός ο προβληματισμός και η σχετική συζήτηση η ΕΛ.ΣΤΑΤ. αναθεώρησε προς τα κάτω το ΑΕΠ για το 2024. Στη συνέχεια επισημάνθηκε ότι στην περίπτωση κατά την οποία δεν ελάμβαναν την τιμή που έλαβαν τα αποθέματα για το 2024, τότε η ελληνική οικονομία θα κατέγραφε μικρότερους ρυθμούς ανάπτυξης.
Πέρα όμως από την καθαρά δημοσιολογιστική προσέγγιση για τον τρόπο καταγραφής των αποθεμάτων των επιχειρήσεων και τη συνεισφορά αυτών στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, υπάρχουν κάποια επιχειρήματα τα οποία εξάγονται από την οικονομική λογική. Το πρώτο έχει να κάνει με την πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα αποθεματοποίηση ενδιάμεσων προϊόντων και αγαθών από τις ελληνικές επιχειρήσεις. Το γεγονός αυτό δεν παρουσιάστηκε και δεν σημειώθηκε και σε άλλες περιόδους όπου η ελληνική οικονομία είχε επίσης πληθωρισμό. Εχει, επίσης, ιδιαίτερο ενδιαφέρον η παρατήρηση ότι σε μια εποχή όπου πολύ ισχυρίζονται ότι ο πληθωρισμός είναι κατεξοχήν πληθωρισμό ζήτησης οι επιχειρήσεις διατηρούν υψηλά αποθέματα. Λογικά θα έπρεπε να ισχύει το αντίθετο και οι επιχειρήσεις να διατηρούν μικρά αποθέματα, προκειμένου να ικανοποιήσουν την αυξημένη ζήτηση. Σε μια οικονομία όπως η ελληνική, όπου το κυρίαρχο στοιχείο στη διαμόρφωση του ΑΕΠ είναι η κατανάλωση, είναι απορίας άξιον πώς επιχειρήσεις διατηρούν τόσο ψηλά αποθέματα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι τα υψηλά αποθέματα του 2024 πρέπει να αναλωθούν το 2025 και το 2026. Με αυτόν τον τρόπο θα μειωθεί σημαντικά η συμβολή των αποθεμάτων στο ΑΕΠ γι’ αυτά τα χρόνια. Αν αυτό δεν συμβεί, τότε πρέπει να δοθούν επαρκείς εξηγήσεις γι’ αυτή την ασυνήθιστη άνοδο.
*Καθηγητής Οικονομικών ΔΠΘ στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 14/11/2025)





