ΙΟΒΕ: Αρνητική πρωτιά της Ελλάδας ως προς την παραγωγικότητα στην Ε.Ε.

Δουλεύουμε περισσότερο, αλλά παράγουμε λιγότερο – στο 70% και στο 56,2% του μέσου όρου της Ε.Ε. στους δύο δείκτες μέτρησης ανά εργαζόμενο και ώρες απασχόλησης.

Κάλεσμα της έκθεσης για ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα και προαγωγή της διαφάνειας του κράτους

Η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα είναι 30% χαμηλότερη από τον μέσο όρο στην Ε.Ε., χωρίς να δείχνει ουσιαστική σύγκλιση μετά την κρίση, επισημαίνει το ΙΟΒΕ σε ειδικό κεφάλαιο της νέας τριμηνιαίας έκθεσής του, κρούοντας τον κώδωνα για την ανάγκη παρεμβάσεων ενίσχυσής της ειδικά μετά το 2026 και τον περιορισμό των κονδυλίων της Ε.Ε.

Επισημαίνει πως ναι μεν συνολικά η οικονομία μας διανύει μια περίοδο σταθερότητας, με ρυθμούς μεγέθυνσης που υπερβαίνουν τους μέσους ευρωπαϊκούς όρους, σε αξιοπιστία του δημοσιονομικού ισοζυγίου, εξομάλυνση του κόστους χρηματοδότησης και βελτίωση των όρων απασχόλησης, με σταδιακή μείωση της ανεργίας και αύξηση των περισσότερων αμοιβών, αλλά την ίδια ώρα οι επιδόσεις της οικονομίας μας ακόμη απέχουν σημαντικά από τις επιθυμητές: τα εισοδήματα πολλών νοικοκυριών δεν είναι ικανοποιητικά, καθώς χρειάζονται περαιτέρω τομές που θα φέρουν κράτος και αγορές πλησιέστερα στα ευρωπαϊκά επίπεδα και θα σπάσουν τον εγκλωβισμό σε χαμηλή παραγωγικότητα.

Αναλύει πως η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα (εντελώς διαφορετική έννοια από την εντατικότητα της εργασίας) είναι πιο χαμηλή σε σχέση με αυτή στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης και μάλιστα χωρίς να δείχνει ουσιαστική σύγκλιση μετά την κρίση. Το 2023, μάλιστα, ήταν στην τελευταία θέση στη σχετική κατάταξη της Ε.Ε., ενώ η πορεία που ακολουθούσε έως το 2021 ήταν πτωτική.

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Βάσει του δείκτη παραγωγικότητας ανά απασχολούμενο η Ελλάδα ενώ από το 2005 έως το 2010 βρισκόταν κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο μετά η πτώση ήταν απότομη και δεν υπήρξε επαναφορά: το 2023 βρισκόταν στο 70% του μέσου όρου της ΕΕ-27. Αλλά και σε όρους παραγωγικότητας ανά ώρα εργασίας η Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η χώρα με τη χαμηλότερη παραγωγικότητα το 2023 ήταν η Ελλάδα, με δείκτη 56,2. Επονταν η Βουλγαρία και η Λετονία, με δείκτες 56,3 και 62,7, αντίστοιχα. Το 2023 τη μέγιστη παραγωγικότητα κατέγραψαν η Νορβηγία, η Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο, με δείκτες 217,3, 196,8 και 156,4, αντίστοιχα.

Επίσης, η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά στις πρώτες θέσεις στην κατάταξη των χωρών της Ε.Ε. ως προς τον αριθμό των μέσων εβδομαδιαίων ωρών εργασίας, ενώ το 2023 βρισκόταν στην κορυφή της σχετικής κατάταξης. Η Ελλάδα καταλαμβάνει την πρώτη θέση μεταξύ των χωρών-μελών της ΕΕ-27 σε εβδομαδιαίες ώρες εργασίας (39,8), καταγράφοντας πάνω από δύο ώρες διαφορά σε σχέση με τον μέσο όρο. Παρόμοια αρνητική συσχέτιση παρατηρείται και μεταξύ των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας και του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ για το 2024 (το έτος με τα πλέον διαθέσιμα δεδομένα). Σε χώρες με υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, όπως το Λουξεμβούργο, η Ιρλανδία και η Ελβετία, το εργατικό δυναμικό απασχολείται κατά μέσο όρο λιγότερες ώρες εβδομαδιαίως.

Στα στοιχεία που παραθέτει δείχνει πως οι χώρες με την υψηλότερη παραγωγικότητα, όπως η Νορβηγία, η Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο, η Δανία και η Ολλανδία, μπορούν και καταγράφουν κατά μέσο όρο λιγότερες εβδομαδιαίες ώρες εργασίας: από 30,9 στην Ολλανδία έως και 35,2 στο Λουξεμβούργο. Επίσης, σε χώρες με υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, όπως το Λουξεμβούργο, η Ιρλανδία και η Ελβετία, το εργατικό δυναμικό απασχολείται κατά μέσο όρο λιγότερες ώρες εβδομαδιαίως. «Κρίνεται σκόπιμο οι ασκούντες πολιτική να δώσουν προτεραιότητα σε μέτρα που τονώνουν την παραγωγικότητα και την αποτελεσματικότητα κάθε μονάδας εργασίας» επισημαίνεται.

Το κάλεσμα

«Από τη σημερινή αφετηρία είναι, λοιπόν, κρίσιμο οι όποιες παρεμβάσεις πολιτικής να μη διακινδυνεύσουν τη σταθερότητα που έχει επιτευχθεί, αλλά να απελευθερώσουν νέες δυνατότητες ανάπτυξης» επισημαίνει το ΙΟΒΕ. Η αρνητική συσχέτιση μεταξύ παραγωγικότητας και ωρών εργασίας στην Ευρώπη, καθώς και πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ και ωρών εργασίας «προκαλεί προβληματισμούς σχετικά με την αποτελεσματική χρήση τόσο των απασχολουμένων όσο και του χρόνου εργασίας στην Ελλάδα» αναφέρει.

Το ΙΟΒΕ συστήνει η οικονομική πολιτική να δώσει προτεραιότητα σε μέτρα που τονώνουν την παραγωγικότητα και την αποτελεσματικότητα κάθε μονάδας εργασίας, όπως κίνητρα για επενδύσεις σε πάγιο κεφάλαιο, αξιοποίηση τεχνολογίας από τον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, βελτίωση των διοικητικών πρακτικών και των μηχανισμών κατάρτισης του στελεχιακού δυναμικού των επιχειρήσεων και καλύτερη σύνδεση εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας.

Κάνει λόγο για ένα τρίπτυχο προτεραιοτήτων πολιτικής μέσα από την ενίσχυση της παραγωγικής δομής, τη μείωση της άτυπης οικονομίας και την άμβλυνση του δημογραφικού προβλήματος. Επισημαίνει πως η ενίσχυση της παραγωγικής δομής απαιτεί απλούστευση διαδικασιών (προαγωγή της διαφάνειας του κράτους) και στοχευμένες επενδύσεις σε τεχνολογία, έρευνα και καινοτομία, προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγικότητα της οικονομίας.

Το εξωτερικό έλλειμμα εξακολουθεί να απειλεί την οικονομία

Το επίμονα υψηλό εξωτερικό έλλειμμα, «με διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, εξακολουθεί να συνιστά πηγή ευπάθειας για την οικονομία» αναφέρει το ΙΟΒΕ. Εκτιμά πως το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα την περίοδο 2025-2026, καθώς η παρατεταμένη διεθνής αβεβαιότητα και η ανατίμηση του ευρώ επιβαρύνουν την εξαγωγική δραστηριότητα και περιορίζουν την εξωτερική ζήτηση. Παράλληλα, η ανατίμηση του ευρώ ασκεί πρόσθετες πιέσεις στην ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών προς χώρες εκτός Ευρωζώνης. Αναμένεται να διευρυνθεί το 2026, με άνοδο και των εισαγωγών κατά 9% και των εξαγωγών κατά 2,4%.

Επισημαίνεται πως ο τουρισμός είναι ο τροφοδότης στο εξωτερικό ισοζύγιο: οι πιο πρόσφατες τάσεις εμφανίζονται θετικές και φαίνεται ότι θα υπάρξει ακόμα μία χρόνια με θετική συμβολή στην ελληνική οικονομία. Ο λόγος για το 2026, με το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης να ποντάρει επίσης σε νέο άλμα του τουρισμού στα 25 δισ. ευρώ για να τονώσει τα έσοδα, αλλά γνωρίζοντας πως υπάρχει ένα όριο στην εν λόγω άνοδο. «Η μεταποιητική βιομηχανία διεκδικεί ενίσχυση της θέσης της στην εγχώρια οικονομία και διεύρυνση των εξαγωγών της» αναφέρει το ΙΟΒΕ, αλλά «αντιμετωπίζει, όμως, ακόμη προκλήσεις που την κρατούν σε σαφώς χαμηλότερο σχετικά επίπεδο από ό,τι στις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες».

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 24/10/2025)


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ