«Φρένο» στα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης

Ποιοι είναι οι παράγοντες – Oι δύο συν ένας λόγοι για τους οποίους οι προβλέψεις για τις επιχειρήσεις είναι δυσοίωνες

Συγκρατημένη αισιοδοξία εκφράζουν καλά πληροφορημένες κρατικές πηγές για το ότι οι επιχορηγήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης θα καταφέρουν να φτάσουν εν τέλει σε πλήρη εξάντληση, χωρίς, ωστόσο, να υπάρχει η ίδια προσδοκία και για το σκέλος των δανείων.

Του Κώστα Αποστολόπουλου

Οι ίδιοι θεσμικοί παράγοντες επισημαίνουν πως οι παράγοντες που διαμορφώνουν αυτή την ανισορροπία είναι πολλαπλοί και έχουν ως αποτέλεσμα τον κορεσμό του δανειακού σκέλους.
Ας σημειωθεί πως το κράτος έχει ήδη αντλήσει περίπου 11,2 δισ. ευρώ σε δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης. Παρ’ όλα αυτά, οι ρυθμοί αποκαλύπτουν μια πτώση της ζήτησης, με πολλαπλές εξηγήσεις. Στο πρώτο διάστημα υπήρξε έντονη κινητικότητα από μεγάλους ομίλους και ώριμα projects που «κούμπωσαν» εύκολα με το σχήμα συγχρηματοδότησης μέσω τραπεζών και ευρωπαϊκών θεσμών. Στη συνέχεια, καθώς το κόστος δανεισμού στην αγορά υποχώρησε και η πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό βελτιώθηκε, η διαφορά κινήτρων μεταξύ ενός δανείου Ταμείου Ανάκαμψης και ενός εμπορικού δανείου συρρικνώθηκε. Σε αυτό ας προστεθεί πως οι επιχειρήσεις αξιολογούν και τον παράγοντα χρόνου, καθώς κάθε μήνας γραφειοκρατικής καθυστέρησης σε ένα επενδυτικό χρονοδιάγραμμα κοστίζει σε έσοδα, ευκαιρίες και ανταγωνιστικότητα.

ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ

Γιατί, λοιπόν, δεν απορροφώνται πιο γρήγορα τα δάνεια; Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν δύο τεχνικούς λόγους. Από τη μια, η οικονομική «έκπτωση» που προσφέρει ένα πολύ χαμηλό επιτόκιο δεν έρχεται χωρίς προϋποθέσεις και περιορισμούς. Από την άλλη, το διοικητικό βάρος της διαδικασίας προκαλεί ένα εμπόδιο που δεν είναι πάντα αμελητέο. Και τα δύο μαζί, ειδικά όταν η αγορά χρηματοδότησης έχει γίνει πιο φιλική για δάνεια και επενδύσεις, οδηγούν αρκετές εταιρίες στο συμπέρασμα ότι το εμπορικό δάνειο είναι προτιμητέο, παρότι ονομαστικά ακριβότερο.

ΑΙΤΙΕΣ

Συγκεκριμένα, κατά πρώτον, η διαφορά είναι πως ένα πολύ χαμηλό επιτόκιο μέσω Ταμείου Ανάκαμψης, κάτω από το reference rate της Κομισιόν, θεωρείται έμμεση κρατική ενίσχυση και αφαιρεί «χώρο» από το ύψος επιχορηγήσεων που μπορεί να λάβει μια εταιρία σε άλλα projects. Με απλά λόγια, η ευνοϊκή τιμολόγηση του δανείου μετρά σαν «κρυφή επιχορήγηση» και ανεβάζει το συνολικό πακέτο ενίσχυσης που πιστώνεται στο ίδιο έργο. Αν μια επιχείρηση έχει μπροστά της σειρά επενδύσεων, προτιμά συχνά να διαφυλάξει το περιθώριο για άμεση επιχορήγηση εκεί όπου έχει μεγαλύτερη ανάγκη, αντί να «το καταναλώσει» σε ένα φθηνό δάνειο που τελικά θα της περιορίσει δραστικά τις επιλογές.

Ετσι, μεγάλες επιχειρήσεις με πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό συχνά προτιμούν να δανειστούν εμπορικά, πληρώνοντας έστω και μεγαλύτερο επιτόκιο (επί παραδείγματι 4% αντί για 3%), ώστε να μην απολέσουν τη δυνατότητα λήψης ενός μελλοντικού grant και να αποφύγουν πρόσθετους ελέγχους. Η στάθμιση για τις επιχειρήσεις είναι ξεκάθαρα πρακτική, καθώς έχουν να «ζυγίσουν» αν το όφελος από το χαμηλότερο επιτόκιο είναι μικρότερο από την αξία του «χώρου» επιχορήγησης που χάνεται.

Ο δεύτερος λόγος για την καθυστέρηση του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης είναι το διοικητικό βάρος. Η συμμόρφωση με τους κανόνες και η τεκμηρίωση της επιλεξιμότητας προσθέτουν κόστος και χρόνο. Δεν λείπουν περιπτώσεις όπου εταιρίες περνούν το πρώτο «φίλτρο» επιλογής αλλά αποσύρονται στη συνέχεια, γιατί το καθαρό όφελος σε σχέση με το «κόστος» της γραφειοκρατίας, δεν συμφέρει. Η κατάθεση επενδυτικών φακέλων απαιτεί τεχνικές προδιαγραφές, αποδείξεις επιλεξιμότητας, ελέγχους για αποφυγή διπλής χρηματοδότησης, περιβαλλοντικές δεσμεύσεις, διαγωνιστικές διαδικασίες. Ολα αυτά στην πράξη επιμηκύνουν τους χρόνους και διαμορφώνουν μια αργόσυρτη διαδικασία που αποθαρρύνει όσους βιάζονται να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση και να αρχίσουν το project. Ως εκ τούτου, για τους παραπάνω λόγους, πολύ συχνά οι μεγάλες επιχειρήσεις προτιμούν ένα λίγο πιο υψηλό επιτόκιο από μια εμπορική τράπεζα, γλιτώνοντας έτσι χρόνο και κόπο. Ειδικά σε κλάδους με γρήγορες μεταβολές ζήτησης ή τιμών, η ταχύτητα εκτέλεσης αξίζει περισσότερο από μερικές δεκάδες μονάδες βάσης στο κόστος χρήματος.

Πού βρίσκονται τα όρια του ελληνικού επιχειρείν;

Σε ένα ξεχωριστό, τρίτο επίπεδο, υπάρχει και μια πιο «δομική» εξήγηση για το γιατί η απορρόφηση των δανείων από την ελληνική αγορά είναι βραδεία. Ο λόγος είναι πως, ενδεχομένως, η «δεξαμενή» των αξιόχρεων εταιριών έχει, σε μεγάλο βαθμό, εξαντληθεί, καθώς οι πλέον bankable επιχειρήσεις, με ισχυρές ταμειακές ροές και collaterals, έχουν ήδη χρηματοδοτηθεί. Η τεχνητή επιτάχυνση με κατεύθυνση των δανειακών πόρων προς πιο ευάλωτες ΜμΕ αυξάνει τον πιστωτικό κίνδυνο για Δημόσιο και τράπεζες, με δυνητικό δημοσιονομικό κόστος, αν οι καθυστερήσεις ξεπεράσουν τις συντηρητικές προβλέψεις.

Οι ίδιες πηγές προειδοποιούν ότι το ζητούμενο δεν θα πρέπει να είναι να «πιαστούν» τα νούμερα της απορρόφησης με κάθε τρόπο, δημιουργώντας «φούσκες», αλλά να διατηρηθεί η ποιότητα του χαρτοφυλακίου. Διότι ακόμα κι αν το σύνολο των δανείων που έχουν ήδη ληφθεί από το ΤΑΑ έχει ήδη εγγραφεί στο δημόσιο χρέος, με τις παραδοχές της ανάλυσης βιωσιμότητας να συμπεριλαμβάνουν ακόμα και το σενάριο μη αποπληρωμής, τυχόν υστερήσεις στις επιστροφές από τα δάνεια θα επιβαρύνουν αντικειμενικά τις ροές και μπορεί να απαιτήσουν πρόσθετο δανεισμό αργότερα. Σε κάθε περίπτωση, το πραγματικό στοίχημα βρίσκεται στην επιλογή βιώσιμων επενδύσεων και στην έγκαιρη υλοποίηση χωρίς να θυσιάζεται η ποιότητα. Από εκεί θα κριθεί τελικά και το όφελος για την οικονομία.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 24/10/2025)


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ