«ΒΟΜΒΕΣ» ΔΝΤ: Χαμηλή πτήση για τις επενδύσεις την περίοδο 2027-2030

Δραστική αλλαγή στο «status» για την Ελλάδα μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης – Φειδωλός ο ιδιωτικός τομέας στην τοποθέτηση κεφαλαίων – Εξαγωγές και τουρισμός δεν επαρκούν να διατηρήσουν τον ρυθμό μεγέθυνσης.

Μια δραστική αλλαγή «πίστας» μετά το 2027 για την οικονομία και την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, όχι προς την επιθυμητή κατεύθυνση, καταγράφουν οι νέες αναλυτικές προβλέψεις έως το 2030 βάσης δεδομένων του ΔΝΤ. Οι εν λόγω προβλέψεις συνόδευαν τα πακέτα εξαμηνιαίων εκθέσεων, τα οποία παρουσιάστηκαν στην Ουάσινγκτον στο πλαίσιο της συνόδου, και δείχνουν πως η αξία των επενδύσεων στην Ελλάδα παγώνει έως το τέλος της δεκαετίας κι έτσι η επιστροφή στα προ κρίσεων επίπεδα γίνεται άπιαστο όνειρο. Με επιπλέον επιπτώσεις στην παγίωση του επενδυτικού κενού και του «ανοίγματος» στο εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας.

Βασική αιτία για το νέο επενδυτικό «status» της χώρας είναι το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης, το οποίο, όπως αποκαλύπτει και το σχέδιο Προϋπολογισμού που εστάλη την Τετάρτη στις Βρυξέλλες, συνιστά φέτος και το 2026 τον βασικό τροφοδότη των δημόσιων επενδύσεων. Το μεγάλο πρόβλημα είναι, λοιπόν, πως στη συνέχεια υπάρχει αδυναμία να καλυφθεί η μεγάλη αυτή απώλεια από ιδιωτικές επενδυτικές δαπάνες, αφού τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια προσέχουν πολύ τις τοποθετήσεις τους ειδικά σε ζοφερές περιόδους όπως αυτές που διανύουμε παγκοσμίως (με νέα κρίση χρέους και πολλαπλές παγκόσμιες εστίες τις οποίες περιγράφει εκτενώς το ΔΝΤ στα πορίσματά του που ήρθαν στη δημοσιότητα τις προηγούμενες ημέρες).

Πηγές της αγοράς εξηγούν πως η Ελλάδα είναι ευάλωτη όχι μόνο λόγω της διεθνούς συγκυρίας και των κονδυλίων της Ε.Ε., αλλά και γιατί παραμένει σε μία από τις χειρότερες θέσεις στους δείκτες θελκτικότητας για το επιχειρηματικό της περιβάλλον. Δηλαδή, δεν κατάφερε να κλείσει τα ανοιχτά μέτωπα σε γραφειοκρατία, πολυνομία, αποτελεσματικότητα Δικαιοσύνης και σε άλλα πεδία, και έτσι συνεχίζει να απωθεί επενδυτικά κεφάλαια που θέλουν ξεκάθαρο τοπίο για τις τοποθετήσεις τους.

Τα στοιχεία

Οι προβολές του ΔΝΤ, που παρά την «κακή» φήμη που έχει αποκτήσει στην Ελλάδα τον καιρό των Μνημονίων και του παντοδύναμου κ. Τόμσεν, παραμένουν βαρόμετρο για την επενδυτική κοινότητα και τους ξένους οίκους. Στη βάση δεδομένων του προβλέπει, λοιπόν, πως οι επενδύσεις (ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου) αναμένεται φέτος να είναι λιγότερες από ό,τι πέρυσι ως αναλογία του ΑΕΠ (στο 17,9%, από 18,1% το 2024). Το 2025 θα αυξηθούν λόγω των μεγάλων ροών κονδυλίων της Ε.Ε. που φέρνει το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης (στο 19,3% του ΑΕΠ), για να μείνουν στα ίδια επίπεδα έως και το 2030, καθιστώντας άπιαστο όνειρο το κλείσιμο του επενδυτικού κενού.

Ουσιαστικά, η χώρα παραμένει πολύ πιο μακριά από τις επιδόσεις πριν από τη μνημονιακή κρίση: η αξία των επενδύσεων έφτανε στο 26,4% του ΑΕΠ το 2007 και στο 24,7% του ΑΕΠ το 2008, ακριβώς προτού αρχίσουν τα Μνημόνια και η απότομη πτώση στις κρατικές αλλά και στις ιδιωτικές δαπάνες (στο 11%-12% του ΑΕΠ). Να σημειώσουμε πως επενδύσεις είναι και οι ιδιωτικές κατασκευές…

Το επενδυτικό κενό, λοιπό, παγιώνεται και αυτό όταν όλα αυτά τα χρόνια οι οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης είχαν σταθερά αξία επενδύσεων αρκετά άνω του 20% του ΑΕΠ…

Μεγάλο εξωτερικό άνοιγμα

Η πίεση στις επενδύσεις καθρεφτίζεται και στο έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου, το οποίο εκτιμάται ότι θα περιορίζεται μεν (από το 5,7% του ΑΕΠ φέτος, στο 3,1% του ΑΕΠ το 2030), αλλά όχι σημαντικά, με δεδομένο ότι σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης και Ευρωζώνης συνολικά δημιουργούνται και διατηρούνται όλη αυτήν την περίοδο πλεονάσματα της τάξης του 2,5% του ΑΕΠ, με επίκεντρο τη γερμανική βιομηχανία…

Μάλιστα, είναι λυπηρό πως ο μόνος λόγος που περιορίζονται τα ελληνικά ελλείμματα, όπως εξηγούν πηγές της αγοράς, είναι η μείωση των εισαγωγών εξοπλισμού μετά το 2027. Και αυτό γιατί περιορίζονται οι επενδύσεις. Αναλυτικά, οι εισαγωγές αγαθών θα συνεχίσουν να αυξάνονται με ρυθμό 5,6% το 2026 (από 3,5% φέτος), λόγω της ανάγκης ολοκλήρωσης του Ταμείου Ανάκαμψης. Ωστόσο, μετά η άνοδος των εισαγωγών διαμορφώνεται στο εύρος του 2,3%-2,6% έως το 2030.

Αντιθέτως, η αναμενόμενη υπεραξία από την ολοκλήρωση των έργων αυτών δεν είναι φανερή στους αριθμούς: το ΔΝΤ εκτιμά ρυθμό αύξησης των εξαγωγών κατά 2,7%-2,8% τα επόμενα χρόνια. Μάλιστα, προβλέπει πως πλέον και το σκέλος του τουρισμού δεν θα κινείται με την ίδια ανοδική ορμή. Ουσιαστικά αμφισβητεί αν οι τουριστικές εισπράξεις θα συνεχίζουν να είναι εξίσου δυναμικά τροφοδότης όχι μόνο των κρατικών ταμείων, αλλά και των αναπτυξιακών και εξωτερικών επιδόσεων της χώρας.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο παραμένει σταθερό στην άποψή του για χαμηλές αναπτυξιακές πτήσεις της ελληνικής οικονομίας, τις οποίες συνδέει και με άλλους παράγοντες, όπως η γήρανση του πληθυσμού, αναμένοντας πως η αύξηση του ΑΕΠ σταδιακά θα διολισθήσει από το 2% προς το 1,5%-1,6% το 2030. Σε αριθμούς, αν προσμετρηθεί και ο πληθωρισμός, ο οποίος δεν θα υποχωρήσει (σύμφωνα με όσα εκτιμούνται) κάτω από τα επίπεδα του 2% έως το τέλος της δεκαετίας, προβλέπεται πως το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αναμένεται φέτος στα 19.789 ευρώ, το 2026 στα 20.224 ευρώ, για να αυξηθεί μόνο μέχρι τα 21.630 ευρώ έως το 2030.

Χάθηκε ανάπτυξη 10% σε πέντε χρόνια από το εξωτερικό έλλειμμα

Σωρευτικά από το τέλος του 2019 μέχρι σήμερα η ελληνική οικονομία έχασε επιπλέον ανάπτυξη 10%, λόγω του εξωτερικού της ανοίγματος, κυρίως λόγω του ελλείμματος στο εμπορικό ισοζύγιο αγαθών. Αυτό προκύπτει από στοιχεία που περιλαμβάνονται στο προσχέδιο Προϋπολογισμού που εστάλη την Τετάρτη στις Βρυξέλλες. Μάλιστα, το 2025 καταγράφεται νέα επιδείνωση στο ισοζύγιο αγαθών, που αντισταθμίζεται σε έναν βαθμό από το καλό ισοζύγιο υπηρεσιών (τουρισμός).

Η ανάπτυξη στηρίχθηκε στην κατανάλωση (κυρίως την ιδιωτική), αλλά και στις επενδύσεις για τις οποίες οι καλές εποχές τελειώνουν μετά το 2026. Αν τα κονδύλια έρθουν στην Αθήνα, αναμένεται άνοδος των επενδύσεων κατά 10,2% το 2026, έναντι 5,7% το 2025 (κι έτσι δικαιολογείται η πρόβλεψη του ΥΠΕΘΟ για άνοδο του ΑΕΠ κατά 2,4% τον επόμενο χρόνο).

Πάντως, επισημαίνεται και στο κείμενο του ΥΠΕΘΟ πως το 50% της ανόδου των επενδύσεων προέρχεται από τις κατασκευές και πολύ μεγάλο μέρος είναι οι επενδύσεις σε εξοπλισμό (που θα έρθει κυρίως από το εξωτερικό…).

Ενα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο είναι οι επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από το κράτος: είναι πολύ μικρή αναλογία του συνόλου. Το 2026 το ΥΠΕΘΟ ποντάρει σε επενδυτικό πρόγραμμα 6,9% του ΑΕΠ, από το οποίο ποσό αξίας ίσο με το 3,5% του ΑΕΠ είναι από κοινοτικά κονδύλια, τα οποία μετά θα μειωθούν δραστικά…

Τα ρίσκα και το καλό σενάριο

Τα πράγματα μπορεί να είναι χειρότερα από αυτό που περιμένουμε. Στον Προϋπολογισμό που εστάλη στις Βρυξέλλες υπάρχει και εναλλακτικό σενάριο. Οι κύριοι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι για τις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας για το 2025 και το 2026 σχετίζονται, όπως αναφέρει, με την κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων, με μια πιθανή απόκλιση από τη δασμολογική συμφωνία ΗΠΑ – Ε.Ε. (ή με άλλη αποσταθεροποίηση των συνθηκών του διεθνούς εμπορίου), με μια μεγαλύτερη από την αναμενόμενη επίδραση των δασμών στις παγκόσμιες και ευρωπαϊκές οικονομίες, με πιο έντονες εκδηλώσεις της κλιματικής αλλαγής, αλλά και με καθυστερήσεις στην υλοποίηση των προγραμματισμένων επενδύσεων.

Ταυτόχρονα, η ανατίμηση του ευρώ ενέχει κινδύνους για το εξωτερικό ισοζύγιο και για την ανταγωνιστικότητα, ενώ η εφαρμογή συσταλτικών δημοσιονομικών πολιτικών στις μεγάλες οικονομίες της Ε.Ε. θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την εξωτερική ζήτηση…

Το ΑΕΠ μπορεί όμως και να βρει στήριγμα, αν αποδειχθεί ισχυρότερη η δυναμική στον τουρισμό και στη ναυτιλία, αν είναι ταχύτερη από την αναμενόμενη η υποχώρηση του πληθωρισμού, αλλά και αν υπάρξει πιο ισχυρή ώθηση στις επενδύσεις και την παραγωγή από συνέργειες που δημιουργούνται από τις συνεχείς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Χρόνος μηδέν για την απορρόφηση κονδυλίων

Το προσχέδιο Προϋπολογισμού αποκαλύπτει την πολύ μεγάλη καθυστέρηση στο πεδίο του Ταμείου Ανάκαμψης, των 18,2 δισ. ευρώ επιδοτήσεων και 17,7 δισ. ευρώ δανείων. Μένουν ακόμη στο ράφι 7 δισ. ευρώ επιδοτήσεων και περίπου 10 δισ. ευρώ δανείων και ο χρόνος τελειώνει τον Αύγουστο του 2026. Η νέα αναθεώρηση ολοκληρώνεται σε λίγες ημέρες και η πίεση να βρεθούν λύσεις για έργα που δεν τρέχουν κορυφώνεται.

Τα στοιχεία του ΥΠΕΘΟ δείχνουν πως η Ελλάδα έχει λάβει μέχρι στιγμής ως δόσεις από την Ε.Ε. 21,3 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στα πρώτα πέντε αιτήματα πληρωμής, εκ των οποίων τα 9,9 δισ. ευρώ είναι επιχορηγήσεις και τα 11,4 δισ. ευρώ δάνεια. Επιπλέον, αναμένεται να εκταμιευθούν 2,1 δισ. ευρώ επιχορήγησης έως το τέλος του 2025 από το 6ο αίτημα πληρωμής.

Η εικόνα στη χρήση των πόρων είναι όμως πολύ πιο ζοφερή. Εως τον Σεπτέμβριο του 2025 11,22 δισ. ευρώ επιχορηγήσεων μεταφέρθηκαν σε φορείς εντός και εκτός της γενικής κυβέρνησης και τελικούς αποδέκτες για εγκεκριμένα έργα RRF. Περίπου 855 έργα, με συνολικό προϋπολογισμό 24,7 δισ. ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, έχουν ήδη εγκριθεί και ενταχθεί στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.

Στα δάνεια έχουν υπογραφεί μέχρι στιγμής (Οκτώβριος 2025) 532 συμβάσεις δανείου, με συνολικό προϋπολογισμό 17,58 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 7,71 δισ. ευρώ προέρχονται από τα δάνεια της Ε.Ε.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 17/10/2025)


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ