Παρά τις φήμες που είχαν προηγηθεί, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης τελικά παρουσιάστηκε με «άδεια χέρια» και έδωσε μόνο υποσχέσεις σε σχέση με την αντιμετώπιση των προβλημάτων του πρωτογενούς τομέα και δη του ενεργειακού κόστους που «καίει» την ανταγωνιστικότητα, στην Ανοιχτή εκδήλωση της Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης του ΣΕΒ, το απόγευμα της Τρίτης 7 Οκτωβρίου 2025.
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, ο κ. Μητσοτάκης δεσμεύτηκε ότι… πολύ σύντομα η κυβέρνηση θα καταλήξει σε μια λύση σε σχέση με το θέμα αυτό και το πρόβλημα που προκαλεί στις ελληνικές βιομηχανίες. Η λύση αυτή, όπως ανέφερε, θα έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και θα κινείται εντός των δημοσιονομικών περιθωρίων, στηρίζοντας πρωτίστως τις ενεργοβόρες βιομηχανίες και έχοντας μια ευρύτερη περίμετρο ωφελουμένων. Επί της ουσίας δηλαδή, ο πρωθυπουργός δεν είπε τίποτα συγκεκριμένο παρά μόνο έδωσε μια ακόμα «υποσχετική» για το άμεσο ( ; ) μέλλον, αφήνοντας επί της παρούσης τις παραγωγικές, και όχι μόνο, επιχειρήσεις να «καίγονται» από το υψηλό ενεργειακό κόστος.
Ευρύτερα, ο πρωθυπουργός επέμεινε επί της ουσίας στο αφήγημα περί ενός υπό εξέλιξη ”success story” , επαναλαμβάνοντας όσα είχε δεσμευτεί όταν ανέλαβε πρωθυπουργός και τα οποία, όπως υποστήριξε, έχει πετύχει (κάτι το οποίο αμφισβητείται μέσα και από τις έρευνες πεδίου της κοινής γνώμης): «Είχα δεσμευτεί σε 5 σημεία: “Ότι θα δώσω μάχη για να πειστεί η ελληνική κοινωνία ότι η επιχειρηματικότητα αποτελεί οδό ευημερίας για τη χώρα – ότι οι προτεραιότητες του κόμματος αλλά και της χώρας θα πρέπει να είναι οι επενδύσεις και η δημιουργία νέων και καλοπληρωμένων θέσεων εργασίας – τρίτον ότι το κράτος θα πρέπει να παρέχει ποιοτικές υπηρεσίες στην παιδεία την υγεία, την ενέργεια, τη χωροταξία και την ασφάλεια – τέταρτον ότι χρέος της πολιτείας είναι να προφυλαχθεί ο υγιής ανταγωνισμός και πέμπτο ότι θα δώσω ξεχωριστό βάρος στη στήριξη της νέας επιχειρηματικότητας».
Επίσης, ο πρωθυπουργός, μεταξύ άλλων, έκανε λόγο για αύξηση των επενδύσεων, χωρίς ωστόσο να αναφερθεί στο σημαντικό «επενδυτικό κενό» της χώρας σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, για τη μείωση της ανεργίας, για τη μείωση 83 φόρων εκ των οποίων οι 20 αφορούν τη βιομηχανία, όπως υποστήριξε, για την ψηφιοποίηση του δημόσιου, για την απαλλαγή των τραπεζών από τα κόκκινα δάνεια, για τη ραγδαία υποχώρηση του δημόσιου χρέους (ως ποσοστό του ΑΕΠ, φυσικά) και τα χαμηλά επιτόκια των ελληνικών ομολόγων.





