Βαριές «σκιές» για τα στατιστικά 15 χρόνια μετά τα Greek Statistics

Σοβαρές ενστάσεις εκφράστηκαν ξαφνικά από τον πρώην υπουργό και πανεπιστημιακό Τάσο Γιαννίτση για την αξιοπιστία των μετρήσεων του ΑΕΠ – απάντηση της ΕΛ.ΣΤΑΤ., με τεχνοκρατικά επιχειρήματα, αλλά και με πολιτικές αιχμές.

Καλεί την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία σε άμεσους ελέγχους για να διερευνηθούν τα μεθοδολογικά κενά και οι ασυνήθιστες αποκλίσεις

Του Μάκη Ντόβολου

Δεκαπέντε χρόνια μετά τα περιβόητα Greek Statistics, η αξιοπιστία και η ποιότητα των ελληνικών στατιστικών στοιχείων τίθενται πάλι υπό αμφισβήτηση και μάλιστα δύο φορές σε διάστημα μερικών εβδομάδων. Η πρώτη περίπτωση αφορά τους εθνικούς λογαριασμούς και ειδικότερα το μέγεθος «αποθέματα», κάτι που αγγίζει την πραγματική πορεία της οικονομίας, και η δεύτερη τα μηνιαία στοιχεία της ανεργίας.

Παρέμβαση Γιαννίτση

Τάσος Γιαννίτσης

Με άρθρο του στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», ο πρώην υπουργός και πανεπιστημιακός Τάσος Γιαννίτσης υποστήριξε ότι τα αποθέματα επιχειρήσεων και παραγωγών, δηλαδή προϊόντα που παράγονται αλλά δεν έχουν διατεθεί ακόμη στην αγορά, εκτινάχθηκαν απότομα στο 4,1% του ΑΕΠ το 2024, με μια αποκλιμάκωση να εμφανίζεται το 2ο τρίμηνο του 2025, όταν σε ομαλές συνθήκες, όπως το 2023, αντιπροσώπευαν το 1,05% του ΑΕΠ, ενώ η μέση τιμή για τα έτη 2017-2020 ήταν 1,2% του ΑΕΠ. Ακόμα και στα έτη της πανδημίας (2020-2022) η μέση τιμή ήταν 1,7% του ΑΕΠ.

Για τον κ. Γιαννίτση, οι παραπάνω μεταβολές έχουν τεράστια σημασία, καθώς το ύψος που εμφανίζονται τα αποθέματα στις στατιστικές καθορίζει αν το ΑΕΠ, δηλαδή οι αναπτυξιακές επιδόσεις της χώρας, είναι ή εμφανίζεται να είναι χαμηλότερο ή μεγαλύτερο. Για παράδειγμα, στην περίπτωση που το 2024 τα αποθέματα εμφανίζονταν να είναι 1,5% του ΑΕΠ (και όχι 4,1%), θα είχε καταγραφεί σημαντική μείωση του ΑΕΠ (-0,9%, αντί αύξηση 2,3% που γνωρίζουμε).

Επίσης, θέτει τα ακόλουθα ερωτήματα: Πρώτον, γιατί η Ελλάδα εμφανίζει σταθερά τόσο μεγάλες τιμές ΑΕΠ που οφείλονται σε «αποθέματα», ενώ στις χώρες της Ευρωζώνης είναι σχεδόν μηδενικά; Δεύτερον, πώς εξηγείται ότι ιδιαίτερα το 2024 και 2025 σημειώνεται μια, στην κυριολεξία, εκτίναξη των «αποθεμάτων» για 2-3 τρίμηνα; Τρίτον, πώς εξηγείται, επίσης, ότι με τον τομέα της βιομηχανικής μεταποίησης να αντιπροσωπεύει το 9% της παραγωγής (του ΑΕΠ), τα αποθέματα έφτασαν το 2024 να αντιπροσωπεύουν 4,1% του ΑΕΠ, δηλαδή το 45% της βιομηχανικής παραγωγής;

Ο κ. Γιαννίτσης ζητά την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας, της Eurostat, προκειμένου να εξετάσει το θέμα και μάλιστα «όχι με καθυστέρηση δύο ετών, όπως με τις δημοσιονομικές στατιστικές του 2009», ώστε να μην υπάρχουν σκιές για ένα τόσο κρίσιμο μέγεθος της οικονομικής μας πορείας, που επιπλέον επηρεάζει έντονα και τις πολιτικές αναλύσεις.

Απάντηση ΕΛ.ΣΤΑΤ.

Η ΕΛ.ΣΤΑΤ. απάντησε με ένα μακροσκελές κείμενο, το οποίο όμως, πέρα από τα τεχνοκρατικά στοιχεία, περιείχε πολιτικές αιχμές, κάτι ασυνήθιστο για ανεξάρτητη Αρχή.
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ., το άρθρο του κ. Γιαννίτση υποστηρίζει εσφαλμένα συμπεράσματα, τα οποία βασίζει σε αναληθείς παραδοχές, παραγνωρίζει το ευρωπαϊκό πλαίσιο, τον κύκλο εκτιμήσεων, τον ρόλο των αποθεμάτων και τους ελέγχους ποιότητας. Ειδικότερα:

1) Δεν ισχύει ότι η ΕΛ.ΣΤΑΤ. αύξησε τα αποθέματα για να αποδώσει σε αυτά τον ρυθμό μεγέθυνσης. Το ΑΕΠ εκτιμάται άμεσα με τη μέθοδο της παραγωγής από τις πηγές που υπάρχουν και παίρνει μια συγκεκριμένη τιμή. Τα αποθέματα δεν υπεισέρχονται στον υπολογισμό αυτής της τιμής, αλλά αποτελούν το αριθμητικό υπόλοιπο μεταξύ μεθόδου της παραγωγής και μεθόδου της δαπάνης στο τριμηνιαίο ΑΕΠ.

2) Τα αποθέματα δεν είναι μόνο βιομηχανικά προϊόντα που δεν έχουν διατεθεί, αφετέρου στο τριμηνιαίο ΑΕΠ 2025 και στην πρώτη εκτίμηση του ετήσιου ΑΕΠ 2024, που σχολιάζει το άρθρο, το μέγεθος «αποθέματα» δεν αντανακλά προϊόντα που παράγονται και δεν έχουν διατεθεί ακόμη στην αγορά, αλλά τη στατιστική διαφορά μεταξύ της μεθόδου της παραγωγής και της μεθόδου της δαπάνης.

3) Τα αποθέματα στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης δεν είναι σχεδόν μηδενικά και οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ανατρέξουν στα στοιχεία των υπόλοιπων χωρών όλης της Ε.Ε. και να δουν αναλυτικά τα αποθέματα κάθε χώρας.

4) Σε ό,τι αφορά το ποσοστό που αναπαράγεται στο δημοσίευμα, ότι δηλαδή τα αποθέματα στην Ελλάδα το 2024 εκτινάχθηκαν σε σχέση με προηγούμενα χρόνια στο 4,1% του ΑΕΠ, σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ. πέραν από επιστημονικά εσφαλμένο, είναι από τη φύση του μη συγκρίσιμο με ώριμες ετήσιες εκτιμήσεις. Ειδικότερα, το συγκεκριμένο ποσοστό φαίνεται να έχει προκύψει λανθασμένα ως εξής: εξάγεται το ύψος των αποθεμάτων, αφαιρώντας από τον ακαθάριστο σχηματισμό κεφαλαίου σε σταθερές τιμές το σκέλος των επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου. Η προσέγγιση αυτή είναι λανθασμένη, καθώς η μεταβολή αποθεμάτων δεν έχει νόημα να αποπληθωρίζεται, αφού πρόκειται για διαφορά και όχι για πραγματική ροή παραγωγής ή δαπάνης. Η μεταβλητή «μεταβολές αποθεμάτων» δείχνει τη μεταβολή της αξίας των αποθεμάτων μεταξύ δύο χρονικών σημείων, όχι τη φυσική ποσότητα αγαθών που αποθηκεύτηκαν ή καταναλώθηκαν.

Σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ., η πρώτη εκτίμηση του ΑΕΠ 2024 δημοσιεύτηκε στις 7 Μαρτίου 2025 και, όπως και όλες οι προηγούμενες, έχει επικυρωθεί από τη Eurostat, ενώ για την παραγωγή του ΑΕΠ αξιοποιούνται οι βέλτιστες διαθέσιμες πηγές παραγωγής και δαπάνης και εφαρμόζονται τα εγχειρίδια της Eurostat και του ΟΟΣΑ.

Ομως η ΕΛ.ΣΤΑΤ. αφήνει και πολιτικές αιχμές, σημειώνοντας ότι ο Τάσος Γιαννίτσης έχει διατελέσει υπουργός σε περιόδους όπου το ΑΕΠ της Ελλάδας καταρτιζόταν στο ίδιο ευρωπαϊκό πλαίσιο αρχών και μεθόδων και δεν τύγχανε του επιπέδου αναγνώρισης που έχει σήμερα. Σύμφωνα με την Αρχή, είναι τουλάχιστον περίεργη η επιλογή να αμφισβητηθεί η θεσμική αρχιτεκτονική των εθνικών λογαριασμών για πρώτη φορά το έτος 2025, δηλαδή σε εποχή όπου η Ελλάδα δεν έχει ούτε μία επιφύλαξη στα στοιχεία του ΑΕΠ της.

Η ΕΛ.ΣΤΑΤ. υποστηρίζει ότι το να διακινούνται θεωρίες συνωμοσίας περί παραγωγής Greek Statistics είναι θλιβερό, αλλά και επικίνδυνο για τη χώρα, ενώ τη στιγμή που η ΕΛ.ΣΤΑΤ. αναγνωρίζεται στο εξωτερικό για την αξιοπιστία και την εγκυρότητά της στο εσωτερικό γίνεται προσπάθεια αναβίωσης ενός ιστορικού τραύματος της χώρας στην πλάτη της υπηρεσίας που το αποκατέστησε.

Η Eurostat έδωσε βαθμό «κάτω από τη βάση» σε δείκτες της μηνιαίας ανεργίας, εγείροντας νέα ερωτήματα

Το δεύτερο περιστατικό αφορούσε την απόφαση της ΕΛ.ΣΤΑΤ. να αναβάλει τη δημοσίευση του μηνιαίου δείκτη ανεργίας για τον Ιούνιο 2025, η οποία ήταν προγραμματισμένη για τις 31 Ιουλίου. Σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ., κατά τη διαδικασία ελέγχου των αποτελεσμάτων ο δείκτης εμφάνιζε ασυνήθιστες διακυμάνσεις, που δεν φαίνεται να αποτυπώνουν την εικόνα της αγοράς εργασίας, όπως προκύπτει από άλλες πηγές. Ειδικότερα, κατά την παραγωγή των μηνιαίων εκτιμήσεων για τον Ιούνιο 2025, παρατηρήθηκε αύξηση σε σχέση με τον Μάιο, η οποία δεν μπορούσε να εξηγηθεί με τα διαθέσιμα στοιχεία, ενώ τον Ιούλιο η μηνιαία εκτίμηση για την ανεργία κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτή η δεύτερη αλλαγή τάσης επιβεβαίωσε την ανάγκη για πιο ενδελεχή έλεγχο των πρωτογενών στοιχείων, καθώς τόσο απότομες μεταβολές στην αγορά εργασίας, από μήνα σε μήνα, δεν μπορούν να τεκμηριωθούν, ιδίως όταν τα τριμηνιαία αποτελέσματα δείχνουν σταθερή πτωτική τάση εδώ και πολλά χρόνια. Για τον λόγο αυτό αποφασίστηκε να αναβληθεί η δημοσίευση, παρά να ανακοινωθεί ένα αποτέλεσμα που μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση.

Ομως τα μηνιαία στοιχεία της ανεργίας φαίνεται να παρουσίαζαν αστοχίες τουλάχιστον τα τελευταία τρία χρόνια, όπως έδειξε σχετική άσκηση της Eurostat. Ειδικότερα η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία πραγματοποίησε άσκηση παρακολούθησης ποιότητας για τον μηνιαίο δείκτη ανεργίας των κρατών-μελών, χρησιμοποιώντας κοινά συμφωνημένους και ενιαία εφαρμοζόμενους στατιστικούς δείκτες για τη μεταβλητότητα και τις αναθεωρήσεις. Η άσκηση αφορούσε την περίοδο από τον Φεβρουάριο του 2022 έως τον Φεβρουάριο του 2025 και εξετάστηκαν τέσσερις δείκτες, δύο για τη μεταβλητότητα και δύο για τις αναθεωρήσεις, με τα στατιστικά στοιχεία της Ελλάδας να περνούν «κάτω από τη βάση» στα τρία από τα τέσσερα κριτήρια.

Τελικά, τα στοιχεία δημοσιεύτηκαν την 1η1 Σεπτεμβρίου, οπότε η ΕΛ.ΣΤΑΤ., με νέα ανακοίνωση της, αναφέρει ότι, καθώς οι μηνιαίες εκτιμήσεις βασίζονται σε μικρότερα δείγματα, τα αποτελέσματα είναι πιο ευαίσθητα σε χαμηλά ποσοστά απόκρισης, τυχαίες διακυμάνσεις και τεχνικά σφάλματα. Και παρά τις προσπάθειες να διατηρείται το υπο-δείγμα κάθε μήνα ισορροπημένο, αυτό δεν είναι πάντα εφικτό.

Για τον λόγο αυτόν, σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ., τα μηνιαία δεδομένα αναθεωρούνται στατιστικά με διάφορους τρόπους:

1 επανυπολογίζονται οι προηγούμενοι μήνες κάθε φορά που προστίθενται νέα στοιχεία,
2 τα μηνιαία αποτελέσματα ευθυγραμμίζονται με τα τριμηνιαία, ώστε ο μέσος όρος των τριών μηνών να αντιστοιχεί στο αποτέλεσμα του τριμήνου,
3 εφαρμόζεται εποχική διόρθωση, ώστε να ληφθούν υπόψη οι προβλέψιμες εποχικές τάσεις στην απασχόληση (π.χ., μείωση της ανεργίας το καλοκαίρι).

Οσο μεγαλύτερο είναι το δείγμα τόσο πιο κοντά βρίσκεται στην πραγματική εικόνα του πληθυσμού. Επειδή τα μηνιαία στοιχεία βασίζονται σε λιγότερα νοικοκυριά από το πλήρες δείγμα του τριμήνου, η εικόνα γίνεται πιο πλήρης καθώς προχωρά η συλλογή του τριμήνου. Και λαμβάνοντας υπόψη τον συγκεκριμένο αυτό σχεδιασμό του δείγματος της Ερευνας Εργατικού Δυναμικού, η ΕΛ.ΣΤΑΤ. χρησιμοποίησε αυτόν τον χρόνο για να αναλύσει τα δεδομένα και να δημοσιεύσει τη μηνιαία εκτίμηση ανεργίας του Ιουνίου μαζί με τον τριμηνιαίο δείκτη ανεργίας για το δεύτερο τρίμηνο του 2025 την 1η Σεπτεμβρίου.

Παρ’ όλα αυτά ακόμα και τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν δεν είναι σίγουρο ότι θα είναι τα τελικά και τα…σωστά, διότι, σύμφωνα με την ίδια την ΕΛ.ΣΤΑΤ., συνεχίζεται η συστηματική επανεξέταση του μηνιαίου δείκτη ανεργίας και δοκιμάζονται εναλλακτικές μέθοδοι που μπορεί να βελτιώσουν τη σταθερότητα των στοιχείων, ενώ συνεργάζεται στενά με τη Eurostat για τα επόμενα βήματα.

Η… χρεοκοπία της αξιοπιστίας των μετρήσεων του 2009

Το 2010 μαζί με τη χρεοκοπία της χώρας είχαμε και τη… χρεοκοπία της Στατιστικής Υπηρεσίας, με την περιβόητη υπόθεση των Greek Statistics. Η εγκυρότητα των στοιχείων αμφισβητούνταν επανειλημμένα από το 1997 και μετά, αλλά το 2009 η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο.

Οπως αναφέρει η έκδοση της Τραπέζης της Ελλάδος «Το χρονικό της μεγάλης κρίσης. Η Τράπεζα της Ελλάδος 2008-2013», η αμφισβήτηση αυτή είχε μακρά ιστορία και αποτυπωνόταν σε εκθέσεις της Eurostat. Ομως, στο τέλος του 2009 το ζήτημα πήρε μεγάλες διαστάσεις στο εσωτερικό και κυρίως στο εξωτερικό. Η εμμονή σε σχετικά αισιόδοξες προβλέψεις για το έλλειμμα, ενώ τα στοιχεία κατά το μεγαλύτερο μέρος του έτους έδειχναν προς την αντίθετη κατεύθυνση, και οι αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα έπληξαν καίρια την αξιοπιστία των ελληνικών στατιστικών δεδομένων και συνέβαλαν στη συνολική αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της χώρας. Τον Οκτώβριο του 2009 η Eurostat εξέφρασε ρητά τις επιφυλάξεις της για την αξιοπιστία των δημοσιονομικών στοιχείων και δεν επικύρωσε το αναθεωρημένο από την Ελλάδα έλλειμμα ύψους 12,5% του ΑΕΠ. Εξάλλου τον Ιανουάριο του 2010 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποδοκίμασε και επέκρινε δημόσια την Ελλάδα για την παροχή αναξιόπιστων δημοσιονομικών στοιχείων. Αυτό αφορούσε τόσο στοιχεία που είχαν γνωστοποιηθεί στο παρελθόν (την περίοδο 1997-2003, η οποία είχε εξεταστεί σε έκθεση της Eurostat το 2004, καθώς και τη διατύπωση επιφυλάξεων από τη Eurostat πέντε φορές μετά το 2004) όσο και κυρίως τα στοιχεία που είχαν γνωστοποιηθεί τον Απρίλιο και τον Οκτώβριο του 2009. Μόλις τον Απρίλιο του 2010 η Eurostat ανακοίνωσε αναθεωρημένα στοιχεία για το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελλάδος για το 2009, το οποίο υπολογιζόταν πλέον σε 13,6%, ποσοστό που αργότερα αναθεωρήθηκε πάλι προς τα πάνω (15,4%).

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 26/9/2025)

Advertisement 5

Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 5
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ