Η πολιτική στρατηγική, εναρμονισμένη στο δόγμα Πισσαρίδη, θυσιάζει τον κορμό της οικονομίας προς όφελος ισχυρών ομίλων, αφήνοντας την κοινωνία απροστάτευτη
ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΝΤΟΒΟΛΟΥ
Μέσα σε ένα εξαιρετικά δύσβατο οικονομικό τοπίο, που το διαμορφώνουν η μειωμένη αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, το υψηλό λειτουργικό κόστος μέσω της εκτίναξης των ενοικίων και των λογαριασμών ρεύματος, η αυξημένη φορολόγηση, η έλλειψη ρευστότητας και οι οφειλές προς τις τράπεζες και το Δημόσιο, καλούνται να πορευτούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η λεγόμενη «ραχοκοκαλιά» της ελληνικής οικονομίας, αν και αποτυπώνεται στις έρευνες που διεξάγονται από τους φορείς του χώρου, είναι ολοφάνερες για όποιον κάνει μια βόλτα στα εμπορικά σημεία με τα κλειστά καταστήματα, ορισμένα μάλιστα έπειτα από δεκάδες χρόνια παρουσίας στις τοπικές αγορές.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., σε διάστημα ενός έτους, β’ τρίμηνο 2024 με β’ τρίμηνο 2025, οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό μειώθηκαν κατά 7,3% ή κατά περίπου 62.000 άτομα, θυμίζοντας τις θλιβερές μέρες των Μνημονίων.
Μέσα σε όλα αυτά οι μικρομεσαίοι έχουν να αντιμετωπίσουν και μια εχθρική κυβερνητική πολιτική, η οποία πιστή στο δόγμα της έκθεσης Πισσαρίδη βλέπει τις μικρές επιχειρήσεις ως ένα εμπόδιο που πρέπει να βγει από τη μέση, προς όφελος, βέβαια, των μεγάλων εταιριών και ομίλων.
Δεν είναι τυχαίο ότι από το πακέτο των μέτρων που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ έλειπαν οι παρεμβάσεις στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, πλην μεμονωμένων περιπτώσεων. Η δυσφορία των συνδικαλιστικών εκπροσώπων του χώρου γι’ αυτή την εξέλιξη ήταν εμφανής, ακόμα και από εκείνους που ανήκουν κομματικά στο κυβερνών κόμμα.
Τα αποτελέσματα της έρευνας της MRB, που έγινε για λογαριασμό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών στην Αττική, αμέσως μετά τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού, είναι χαρακτηριστικά για το κλίμα που επικρατεί στον κόσμο της αγοράς:
– Το 54% των αυτοαπασχολουμένων, επιστημόνων, εμπόρων θεωρεί άσχημη την κατάσταση της οικονομίας,
– Οι κάτοικοι του νομού Αττικής κρίνουν αρνητικά τα μέτρα που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός σε ποσοστό 59,8%.
– Το 73,1% θεωρεί ότι οι εξαγγελίες δεν βοηθούν ουσιαστικά τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ ειδικά μεταξύ των μικρομεσαίων το εν λόγω ποσοστό φτάνει το 80%.
Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, όταν από τις εξαγγελίες της ΔΕΘ έλειπαν οι αναφορές:
– Για τη βελτίωση του τρόπου φορολόγησης των ελεύθερων επαγγελματιών, οι οποίοι συνεχίζουν να επιβαρύνονται με τεκμαρτά εισοδήματα, ανεξαρτήτως της πραγματικής οικονομικής τους κατάστασης,
– Για την κατάργηση μνημονιακών μέτρων, όπως η προκαταβολή φόρου και το τέλος επιτηδεύματος, που συνεχίζουν να αποτελούν «θηλιά» για πολλές επιχειρήσεις, καθώς αποτελούν το 60% του συνολικού φορολογικού βάρους,
– Για τη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών με αποπληρωμή στις 120 δόσεις, η οποία θα έδινε «ανάσα» στην αγορά.
– Για παρεμβάσεις που θα οδηγήσουν σε μείωση του ενεργειακού κόστους που πλήττει ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
– Για τον ακατάσχετο τροφοδότηση επαγγελματικό λογαριασμό.
– Για την ενίσχυση της ρευστότητας και τη διευκόλυνση πρόσβασης σε χρηματοδότηση.
Η κατάσταση των ΜμΕ
Οι τελευταίες εκθέσεις από Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών της ΕΣΕΕ και του Ινστιτούτου μικρών επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ αποτυπώνουν όχι μόνο τη δυσκολία της τρέχουσας κατάστασης, αλλά και την αγωνία χιλιάδων μικρομεσαίων και πολύ μικρών εμπορικών επιχειρήσεων για την πορεία των επόμενων μηνών.
Ειδικότερα η έρευνα της ΕΣΕΕ για τις θερινές εκπτώσεις έδειξε τα εξής:
– Εξι στις 10 (59%) επιχειρήσεις στο λιανικό εμπόριο κατέγραψαν χειρότερες πωλήσεις κατά τη διάρκεια των θερινών εκπτώσεων συγκριτικά με πέρυσι, ενώ μόλις 1 στις 10, κυρίως πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, κατέγραψε θετικό πρόσημο.
– Σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις (47%) εμφανίστηκαν λίγο έως καθόλου ικανοποιημένες από τις πωλήσεις τους κατά την περίοδο των θερινών εκπτώσεων.
– Η επιθυμία προσέλκυσης καταναλωτών ωθεί 4 στους 10 επιχειρηματίες (37%) να διατηρήσουν τις χαμηλές τιμές και τις προσφορές και μετά το επίσημο πέρας αυτών, παρά το περιοριστικό θεσμικό πλαίσιο.
– Για σχεδόν 4 στις 10 επιχειρήσεις (38%) η περίοδος με την υψηλότερη αγοραστική κίνηση ήταν το πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου, εύρημα που πιθανόν συνδέεται και με την έλλειψη ρευστότητας, αλλά και τη χρονική συγκυρία καταβολής του επιδόματος αδείας /δώρου.
– Για 7 στις 10 επιχειρήσεις στις οποίες καταγράφηκαν χαμηλότερες πωλήσεις συγκριτικά με την αντίστοιχη εκπτωτική περίοδο πέρυσι, η μείωση διαμορφώθηκε έως 20%.
– Αντίθετα, για 2 στις 3 επιχειρήσεις που δήλωσαν αύξηση των πωλήσεων η άνοδος δεν υπερέβη το 10% σε σχέση με πέρυσι.
– Οι μισές (51%) επιχειρήσεις κατέγραψαν χαμηλότερη επισκεψιμότητα σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
– Μόνο το 21% των επιχειρηματιών δήλωσε πολύ έως πάρα πολύ ικανοποιημένο από την επισκεψιμότητα στα καταστήματα.
– Τρεις στις 4 επιχειρήσεις (74%) σημειώνουν πως το λειτουργικό τους κόστος έχει διογκωθεί περισσότερο από 10% από τις αρχές του έτους έως σήμερα.
– Στο πλαίσιο αυτό, το 67% των επιχειρηματιών δηλώνει από καθόλου έως λίγο ανακουφισμένο από τα μέτρα στήριξης έναντι των ανατιμήσεων και αύξησης του ενεργειακού κόστους.
Στην έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, το οικονομικό κλίμα για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις παρουσίασε σημαντική επιδείνωση το πρώτο εξάμηνο του 2025, με τον σχετικό δείκτη να μειώνεται κατά δώδεκα ποσοστιαίες μονάδες, φθάνοντας στις 47,2 μονάδες, αντανακλώντας τις αυξημένες πιέσεις που δέχονται οι επιχειρήσεις από τη μείωση του κύκλου εργασιών, το υψηλό λειτουργικό κόστος, τη χαμηλή ρευστότητα και την περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Αντίστοιχα ο δείκτης προσδοκιών υποχώρησε ελαφρώς στις 58,2 μονάδες, επιβεβαιώνοντας το κλίμα αβεβαιότητας και συγκρατημένων προοπτικών.


Επίσης, από τα επιμέρους στοιχεία της έρευνας προκύπτουν τα εξής:
– Εννέα στις δέκα επιχειρήσεις δήλωσαν αύξηση του λειτουργικού κόστους από την έναρξη της ενεργειακής κρίσης.
– Το 50% των επιχειρήσεων ανέφερε μείωση του κύκλου εργασιών το πρώτο εξάμηνο του 2025.
– Η ρευστότητα υποχώρησε περαιτέρω, με το 56,7% να δηλώνει μείωση, γεγονός που θυμίζει τις δύσκολες συνθήκες του 2018.
– Η επενδυτική δραστηριότητα παραμένει χαμηλή: στο 53,4% των επιχειρήσεων που επένδυσαν το ποσό δεν ξεπέρασε τα 5.000 ευρώ, ενώ η εξάρτηση από ίδια κεφάλαια φτάνει το 83,2%.
Αύξηση πωλήσεων στις μεγάλες επιχειρήσεις, πτώση στις μικρές και μεσαίες
Τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., που ανέλυσε το Ινστιτούτο της ΕΣΕΕ, για την εξέλιξη του κύκλου εργασιών στα καταστήματα λιανικού εμπορίου, εκτός τροφίμων/οχημάτων/καυσίμων για το πρώτο εξάμηνο του 2025, είναι αποκαλυπτικά, καθώς δείχνουν ότι λίγες δεκάδες πολύ μεγάλες επιχειρήσεις παρουσιάζουν αξιοσημείωτη άνοδο του τζίρου, την ίδια ώρα που χιλιάδες μικρομεσαίες βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης. Ειδικότερα:
– Ο ρυθμός ενίσχυσης των πωλήσεων (+1,4%) υπολείπεται του ρυθμού πληθωρισμού για το ίδιο διάστημα (+2,5%), γεγονός που σημαίνει πως ο πραγματικός όγκος πωλήσεων είναι μειωμένος συγκριτικά με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Ετσι, αν αφαιρεθούν οι επιπτώσεις του πληθωρισμού στις πωλήσεις, τότε ο κύκλος εργασιών στις επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου εκτός οχημάτων, τροφίμων και καυσίμων μειώθηκε κατά 0,3% κατά το πρώτο εξάμηνο.
– Οι πωλήσεις στις μεγάλες επιχειρήσεις συνέχισαν την ανοδική τους πορεία, ακόμα και μετά την εξάλειψη του αντίκτυπου του πληθωρισμού, καταγράφοντας το α’ εξάμηνο αύξηση ύψους 7,3%.
– Αρνητικές είναι οι εξελίξεις για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς ο κύκλος εργασιών τους υποχώρησε το α’ εξάμηνο κατά 1,0%.
– Ο τζίρος για τις μεσαίες επιχειρήσεις σε πραγματικούς όρους παρέμεινε στάσιμος (+ 0,3%).
– Οι μικρές εμφάνισαν ισχυρή υποχώρηση το α’ εξάμηνο του 2025 (-5,6%).
– Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις κατέγραψαν πτώση του κύκλου εργασιών το α’ εξάμηνο του 2025 (-2,3%). Διαπιστώνεται ότι οι πολύ μικρές επιχειρήσεις δείχνουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα το συγκεκριμένο διάστημα σε σχέση με τις αμέσως μεγαλύτερες (δηλαδή τις μικρές).
– Σε όρους απόλυτων μεγεθών, η αύξηση του τζίρου ανέρχεται σε μόλις 171,1 εκατ. ευρώ, με τον κύκλο εργασιών να διαμορφώνεται το α’ εξάμηνο σε 12,46 δισ. ευρώ, από 12,29 δισ. το ίδιο χρονικό διάστημα πέρυσι.
– Η παραπάνω αύξηση του κύκλου εργασιών μεταξύ των α’ εξαμήνων 2025/2024 συνιστά τη χαμηλότερη επίδοση των τελευταίων πέντε ετών.
– Η εικόνα του λιανικού εμπορίου καθίσταται ακόμα πιο δυσχερής, αν ληφθεί υπόψη ότι οι ταξιδιωτικές εισπράξεις κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους παρουσίασαν ισχυρή άνοδο κατά 11,0%. Συνεπώς, ούτε οι θετικές εξελίξεις στον τουρισμό κατόρθωσαν να αντισταθμίσουν τις πιέσεις στην αγορά εξαιτίας της χαμηλότερης εγχώριας ζήτησης.
– Ενδεικτικό της στενότητας της αγοράς είναι και το όλο και πιο έντονο ενδιαφέρον των καταναλωτών για προϊόντα από υπαίθριους πάγκους και αγορές, καθώς και για μεταχειρισμένα είδη. Η συγκεκριμένη παρατήρηση, παρά το μικρό μέγεθος των συναλλαγών σε όρους απόλυτων ποσών, φαίνεται όχι απλώς να παγιώνεται, αλλά να ενισχύεται περαιτέρω το τελευταίο εξάμηνο, υπογραμμίζοντας τη στροφή των καταναλωτών προς τα παραπάνω προϊόντα.
– Σε επιμέρους κατηγορίες λιανικού εμπορίου ξεχώρισαν οι εξής μεταβολές του κύκλου εργασιών: Φαρμακευτικών ειδών (+91,4 εκατ. ευρώ ή 3,8%), καλλυντικών και ειδών καλλωπισμού (+46,3 εκατ. ευρώ ή 7,9%), παιχνιδιών κάθε είδους (+45,5 εκατ. ευρώ ή 8,9%), ηλεκτρονικών υπολογιστών, περιφερειακών μονάδων υπολογιστών και λογισμικού (42,8 εκατ. ευρώ ή 8,2%) και επίπλων, φωτιστικών και άλλων ειδών οικιακής χρήσης (+41,4 εκατ. ευρώ ή 8,1%). Αξίζει να σημειωθεί η πολύ ισχυρή, σε όρους ποσοστιαίων μεταβολών, αύξηση εμπορίας των μεταχειρισμένων ειδών (+33,8%). Αντίθετα, πτώση του τζίρου κατέγραψαν, μεταξύ άλλων, οι επιχειρήσεις εμπορίας τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού (-28,3 εκατ. ευρώ ή -14,0%), χαλιών κ.λπ. (-1,8 εκατ. ευρώ ή -8,2%) και υποδημάτων και δερμάτινων ειδών (-18,4 εκατ. ευρώ ή πτώση κατά 6,5%).
– Ο κύκλος εργασιών το πρώτο εξάμηνο υποχώρησε κατά 14,0% ή -2,0 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το δεύτερο εξάμηνο του 2024. Ωστόσο, επισημαίνεται πως η εν λόγω αρνητική εξέλιξη αποδίδεται τόσο στην επίδραση της έντονης εποχικότητας της οικονομικής δραστηριότητας όσο και στο μη ευνοϊκό διεθνές οικονομικό και επιχειρηματικό περιβάλλον (ανησυχία για τη δασμολογική πολιτική ΗΠΑ, διεθνής ανασφάλεια/αβεβαιότητα των αγορών, περιορισμός καταναλωτικής δαπάνης, αύξηση κόστους προμήθειας προϊόντων και πρώτων υλών).
Βαριά «τραυματισμένη» η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας
Η οικονομική κρίση που πέρασε η χώρα, με τη χρεοκοπία του 2010 και την κοινωνική ερήμωση που έφεραν οι μνημονιακές πολιτικές, οι έκτακτες οικονομικές συνθήκες που επιβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας και το δύσκολο περιβάλλον που δημιούργησαν η αύξηση του κόστους λειτουργίας και η ακρίβεια από το 2022 και μετά τραυμάτισαν βαριά τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, κυρίως τους αυτοαπασχολούμενους χωρίς προσωπικό.
Οπως δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό από 965.900 άτομα το δεύτερο τρίμηνο του 2010 μειώθηκαν στα 784.200 άτομα το δεύτερο τρίμηνο του 2025. Δηλαδή καταγράφηκε μείωση της τάξης των 181.700 ατόμων ή 18,8% τα τελευταία 15 χρόνια. Σε σύγκριση με τον υψηλότερο αριθμό αυτοαπασχολουμένων χωρίς προσωπικό που καταγράφηκε το δεύτερο τρίμηνο του 2003 (1.028.600 άτομα), η μείωση φτάνει περίπου τα 244.000 άτομα ή το 23,7%.
Φαίνεται, μάλιστα, πως το δύσκολο οικονομικό περιβάλλον έχει επιταχύνει την έξοδο επαγγελματιών από την αγορά, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό μειώθηκαν κατά 7,3% ή κατά 62.000 άτομα μόνο τον τελευταίο χρόνο (δεύτερο τρίμηνο 2024 με δεύτερο τρίμηνο 2025).
Μεγάλη πτώση παρουσιάζει και ο αριθμός όσων είναι βοηθοί σε οικογενειακές επιχειρήσεις, καθώς από 243.800 άτομα το δεύτερο τρίμηνο του 2010 μειώθηκαν σχεδόν κατά 50% το δεύτερο τρίμηνο του 2025 (122.600 άτομα).
Μείωση, αλλά μικρότερη, καταγράφηκε στους αυτοαπασχολούμενους με προσωπικό, καθώς από 349.700 άτομα το δεύτερο τρίμηνο του 2010 το δεύτερο τρίμηνο του 2025 ανέρχονται σε 318.800 άτομα.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 19/9/2025)





