Οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ βρίσκονται τα τελευταία χρόνια στο «στόχαστρο» μεγάλης μερίδας των καταναλωτών για τα «υπερκέρδη» τους, όπως θεωρεί ένα μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης, καθώς οι τιμές των βασικών προϊόντων αυξάνονται πιο γρήγορα από τον γενικό πληθωρισμό. Πώς, όμως, διαμορφώνονται οι τεράστιοι τζίροι και τα μεγάλα κέρδη;
Του Νάσου Χατζητσάκου
Η «DEALnews» ερεύνησε τι συμβαίνει «πίσω από τα ράφια». Τι ανακάλυψε; Στον πυρήνα των «τρικ» που νομότυπα χρησιμοποιούν βρίσκεται ένα πλαίσιο χρεώσεων, υποχρεώσεων και συμφωνιών με τους προμηθευτές.
Σύμφωνα με κύκλους της αγοράς, προτού ένα προϊόν μπει στο ράφι, ο προμηθευτής πρέπει να πληρώσει «entry fee», δηλαδή αμοιβή εισόδου, ενώ μεγάλο μέρος των εξόδων προώθησης μετακυλίεται στον ίδιο (στους προμηθευτές) μέσω υποχρεωτικών χρεώσεων. Μεταξύ αυτών είναι επιπλέον μεικτό περιθώριο κέρδους (ΜΠΚ) επί της τιμής αγοράς από τον καταναλωτή από 30% έως 60%, ανάλογα με το προϊόν, συμμετοχή από 20% έως και πάνω από 50% επί του κόστους για τις τηλεοπτικές καμπάνιες ή γενικότερα τις προωθητικές ενέργειες κυρίως μέσω φυλλαδίων, εάν ο προμηθευτής επιθυμεί να παρουσιαστούν και τα δικά του προϊόντα, αλλά και προσφορές «1+1 δωρεάν», τις οποίες επί της ουσίας πληρώνουν οι προμηθευτές, οι οποίοι όμως έχουν φροντίσει εκ των προτέρων να έχουν συμπεριλάβει αυτές τις επιβαρύνσεις στο κοστολόγιό τους και άρα το πληρώνει ο καταναλωτής.
Αναλυτικότερα, το «fee» στο λιανεμπόριο χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια συγκεκριμένη χρέωση ή επιβάρυνση η οποία επιβάλλεται στον προμηθευτή και, στη συνέχεια, επιβαρύνει τον καταναλωτή, αφού έτσι οι τιμές ανεβαίνουν παραπάνω. Στην περίπτωση των σούπερ μάρκετ αφορούν τα εξής: α) Το entry fee, που είναι το ποσό που πληρώνει ένας προμηθευτής για να βάλει το προϊόν του στο ράφι μιας αλυσίδας, και β) υπάρχουν και άλλα είδη fees όπως διαφημιστικά, συμμετοχής σε προσφορές («1+1 δώρο») ή για προβολή προϊόντων σε φυλλάδια και stands. Με άλλα λόγια, είναι ένα «εισιτήριο» ή ένα «κρυφό κόστος» που επιβαρύνονται οι προμηθευτές ώστε να έχουν πρόσβαση στο ράφι του σούπερ μάρκετ.
Εφόσον, λοιπόν, ένας προμηθευτής αποδεχθεί τους όρους που του θέτει μια αλυσίδα σούπερ μάρκετ, υποχρεούται να διατηρεί σταθερή τιμή, ακόμα κι αν οι δαπάνες του αυξάνονται, ενώ για κάθε φθορά ή επιστροφή προϊόντος επιβάλλεται πρόσθετη κράτηση από 3% έως 5%. Στο τέλος κάθε οικονομικής χρήσης οι αλυσίδες συνήθως ζητούν νέες, πρόσθετες παροχές από τους προμηθευτές, βάσει: α) υπερκάλυψης τζίρου πωλήσεων και β) ανάπτυξης προϊόντων στα ράφια. Αυτές οι πρόσθετες παροχές συνήθως χρησιμοποιούνται από τα σούπερ μάρκετ για τη δημιουργία νέων καταστημάτων ή για την ανάπτυξη αυτών που ήδη έχουν ανακοινώσει ότι ήδη θα ανοίξουν. Ολα αυτά εμφανίζονται με πιστωτικά τιμολογίων ως εκπτώσεις κ.λπ.
Παράλληλα, οι αλυσίδες «παίζουν» με το μείγμα των προϊόντων. Τι σημαίνει αυτό; Η ταχύτατη ανάπτυξη των «private label» προϊόντων, που σήμερα ξεπερνούν το 25% των πωλήσεων, εξασφαλίζει υψηλότερα περιθώρια, αφού οι αλυσίδες καθορίζουν την τιμή και τον προμηθευτή. Για να καλύψουν τα υπερκέρδη τους, τα σούπερ μάρκετ δημιουργούν εταιρίες logistics, προχωρούν σε νέες επενδύσεις, δημιουργούν καινούργια καταστήματα. Ολη αυτή η πρακτική μπορεί να δημιουργεί αξία για τον καταναλωτή (για παράδειγμα, χαμηλότερες τιμές στα «private label»), μεταφέρει όμως το κόστος στους παραγωγούς και εξασφαλίζει στα σούπερ μάρκετ σταθερή ροή χρημάτων (ενώ οι καταναλωτές πληρώνουν «τοις μετρητοίς», οι υποχρεώσεις προς τους προμηθευτές εξοφλούνται έπειτα από τρεις έως έξι μήνες, ως επί το πλείστον).
Τα αποτελέσματα των ισολογισμών δείχνουν ότι αυτή η στρατηγική έχει πετύχει. Το 2020, 34 αλυσίδες κατέγραψαν πωλήσεις 9,98 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 9,54 % σε σχέση με το 2019, ενώ το 2021 οι πωλήσεις ανήλθαν περίπου στα 10,11 δισ. ευρώ (2,41% αύξηση σε σχέση με το 2020). Οι δέκα μεγαλύτεροι όμιλοι εμφάνισαν καθαρά κέρδη της τάξης των 195,65 εκατ. ευρώ το 2021 (έτος των lockdowns εξαιτίας του Covid-19), αύξηση 16,91 % έναντι του 2020, με περιθώριο καθαρής κερδοφορίας 1,99 %. Το 2023, επίσης, ο συνολικός κύκλος εργασιών των 35 εταιριών έφτασε τα 12,24 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά 10,12% από το 2022, αλλά οι καθαρές προ φόρων αποδόσεις των δέκα μεγαλύτερων ανήλθαν μόλις στα 193,73 εκατ. ευρώ (1,62% περιθώριο). Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η άνοδος των πωλήσεων οφείλεται κυρίως στον πληθωρισμό (στοιχεία ΕΛ.ΣΤΑΤ. δείχνουν ετήσιο πληθωρισμό τροφίμων 11,6 % το 2023) και όχι σε αύξηση όγκου, ενώ τα περιθώρια κερδών εμφανίζονται να είναι χαμηλά.
Η σύγκριση αυτών των δεδομένων δείχνει ότι οι αλυσίδες έχουν ευμεγέθη τζίρο, αλλά πολύ χαμηλή καθαρή κερδοφορία. Τα εισπρακτικά «τρικ» προς τους προμηθευτές και η ενίσχυση των private label εξασφαλίζουν σταθερό περιθώριο, ενώ η ενεργειακή κρίση και οι νομοθετικοί περιορισμοί (νόμος 4903/2022 για «πάγωμα» περιθωρίων κέρδους) συμπιέζουν τα κέρδη. Η αποκλιμάκωση της ενέργειας το 2023 βοήθησε τους μεγαλύτερους να αυξήσουν σημαντικά την κερδοφορία τους, αλλά οι περισσότερες εταιρίες εξακολουθούν να εμφανίζονται με καθαρά περιθώρια κοντά στο 1% με 2%.
Ποιο ρόλο διαδραματίζει η ενέργεια
Οι συμφωνίες που συνάπτουν οι προμηθευτές με τις αλυσίδες περιλαμβάνουν μια σειρά από «μικρά» κόστη, τα οποία στο τέλος μεταφράζονται σε υψηλότερες τελικές τιμές για τον καταναλωτή.
Τα οφέλη για τα σούπερ μάρκετ είναι διττά: αφενός, ενισχύουν το περιθώριο κέρδους τους, αφετέρου, δημιουργούν ισχυρή διαπραγματευτική θέση, αφού οι προμηθευτές εξαρτώνται από την πρόσβαση στα ράφια τους. Ωστόσο, η πρακτική αυτή μειώνει τα περιθώρια των παραγωγών, οδηγώντας πολλούς να αυξάνουν τις τιμές για να καλύψουν τα «κρυφά» κόστη.
Σε κάθε περίπτωση, φυσικά, η ενέργεια δεν παύει να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες λειτουργικές δαπάνες των σούπερ μάρκετ, καθώς τα καταστήματα λειτουργούν με μεγάλες ψυκτικές εγκαταστάσεις και φωτισμό.
Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο Ομιλος Σκλαβενίτης, ο οποίος είχε επενδύσει σε έργα εξοικονόμησης ενέργειας, είδε τα καθαρά κέρδη του να αυξάνονται κατά 67 % το 2023. Παράλληλα, οι αλυσίδες επιταχύνουν προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης: ο Μασούτης επένδυσε πάνω από 25 εκατ. ευρώ σε ανακαινίσεις και ενεργειακές βελτιώσεις, ενώ η METRO αναφέρει ότι «η εξοικονόμηση ενέργειας αποτελεί κεντρικό μέρος του σχεδιασμού της».
Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι το ενεργειακό κόστος λειτουργεί ως «ρυθμιστής» της κερδοφορίας. Οταν η τιμή ρεύματος ανεβαίνει, τα περιθώρια εξαφανίζονται, ενώ όταν υποχωρεί, ακόμα και μικρή αύξηση τζίρου μετατρέπεται σε σημαντική αύξηση κερδών.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 19/9/2025)





