Η σημασία της εταιρικής δεσπόζουσας θέσης στην αγορά

Με τον όρο δεσπόζουσα θέση (ΔΘ) επιχείρησης νοείται η δυνατότητα άσκησης επιρροής (μέσω οικονομικής ισχύος) στη λειτουργία της αγοράς
κ. Ισίδωρος Μέντης

Του Ισίδωρου Μέντη*

Η ελευθερία ανταγωνισμού συνιστά έκφραση οικονομικής ελευθερίας, εξασφαλίζουσα απρόσκοπτη πρόσβαση στην αγορά και την ανάπτυξη υγιούς ανταγωνισμού, προϋποθέτουσα πολλαπλότητα εμπλεκόμενων οικονομικών φορέων και εξασφάλιση ισότητας επί όρων-ευκαιριών δραστηριοποίησής τους. Τα εκ του υγιούς ανταγωνισμού απορρέοντα οφέλη είναι χαμηλές τιμές, καλύτερη ποιότητα, εκτενέστερο εύρος επιλογών, καινοτομία, ισχυρότεροι ανταγωνιστές στις διεθνείς αγορές.

Με τον όρο δεσπόζουσα θέση (ΔΘ) επιχείρησης νοείται η δυνατότητα άσκησης επιρροής (μέσω οικονομικής ισχύος) στη λειτουργία της αγοράς, επηρεάζουσα μονομερώς τους όρους ανταγωνισμού στην αγορά συγκεκριμένου προϊόντος και δυνάμενη να καθορίζει τις οικονομικές αποφάσεις των άλλων επιχειρήσεων (ανεξαρτήτως εάν χρησιμοποιείται ή όχι), ακόμα και να τις απομακρύνει από την αγορά. Η ΔΘ προϋποθέτει τον προσδιορισμό της σχετικής αγοράς, όπου μια επιχείρηση δεσπόζει, οριοθετούμενη από τρεις μεταβλητές (αγορά προϊόντος/υπηρεσίας, γεωγραφική αγορά, χρονικός παράγοντας αφού ορισμένες αγορές φέρουν χαρακτηριστικά χρονικής παροδικότητας/εποχικότητας). Η καταγραφή ΔΘ δεν ταυτίζεται με το μονοπώλιο (δεν αποκλείεται η ύπαρξη ανταγωνισμού, ούτε η κυρίαρχη θέση στην αγορά, ακόμα και μονοπωλίου, συνιστά έκνομη ενέργεια), αλλά επιτρέπει στην επιχείρηση που την κατέχει, αν όχι να αποφασίζει, τουλάχιστον να έχει αισθητή επίδραση επί των όρων ανταγωνισμού.

Η ΔΘ παρουσιάζεται ως ατομική (μονοπώλιο) ή συλλογική (ολιγοπώλιο), όταν δύο/περισσότερες νομικά ανεξάρτητες οικονομικές οντότητες ενεργούν (από οικονομικής απόψεως) σε συγκεκριμένη αγορά ως συλλογική οντότητα, τελώντας υπό ενσυνείδητη αλληλεξάρτηση και υιοθετώντας απέναντι στους ανταγωνιστές ανεξάρτητη και ταυτόσημη συμπεριφορά, καθώς και κοινή γραμμή δράσης στην αγορά, όπου φαινομενικά υφίσταται το στοιχείο ανταγωνισμού, τελώντας όμως υπό τον έλεγχο δύο/περισσοτέρων επιχειρήσεων. Για αναγνώριση ύπαρξης ΔΘ συνεκτιμώνται κριτήρια όπως το ποσοστό συμμετοχής στην αγορά (μερίδιο) επιχείρησης – ανταγωνιστών, η δομή της αγοράς, η ύπαρξη εμποδίων εισόδου, η διαφοροποίηση των επιχειρηματικών προϊόντων, το ύψος διαθέσιμων οικονομικών δυνατοτήτων, το τεχνολογικό/εμπορικό/βιομηχανικό προβάδισμα, η εξασφάλιση πρώτων υλών (με συστηματική κάθετη ολοκλήρωση της επιχείρησης) και η ανυπαρξία εναλλακτικού ανταγωνισμού (δυνατότητα υποκατάστασης προϊόντων της δεσπόζουσας επιχείρησης).

Ειδικότερα, όσο υψηλότερο είναι το μερίδιο αγοράς και μεγαλύτερη η χρονική περίοδος κατά την οποία κατέχεται τόσο πιθανότερο είναι να συνιστά ένδειξη ύπαρξης ΔΘ. Η κατοχή υψηλών μεριδίων αγοράς (>75%) δεικνύει ΔΘ. Ισχνά μερίδια συνιστούν αξιόπιστη ένδειξη απουσίας σημαντικής ισχύος στην αγορά. Σε περιπτώσεις πολύ υψηλών μεριδίων (80%) γίνεται λόγος για υπερδεσπόζουσα θέση (super-dominance). Επίσης, το εμπορικο-τεχνολογικό πλεονέκτημα καταδεικνύει απουσία δυνητικού ανταγωνισμού, καθώς οι νεοεισερχόμενοι ανταγωνιστές δεν έχουν πρόσβαση στην αγορά, δεδομένου ότι η δεσπόζουσα επιχείρηση θέτει φραγμούς εισόδου (οτιδήποτε καθιστά δυσχερή την ανάπτυξη νέων επιχειρήσεων είτε καθιστά τον ανταγωνισμό αναποτελεσματικό). Αυτοί παρουσιάζουν ποικιλομορφία, όπως νομικοί φραγμοί (δικαιώματα πνευματικής – βιομηχανικής ιδιοκτησίας, διπλώματα ευρεσιτεχνίας), οικονομίες κλίμακας, προνομιακή πρόσβαση σε βασικές εισροές/φυσικούς πόρους/σημαντικές τεχνολογίες/κατεστημένο δίκτυο πωλήσεων – διανομής, μονίμως υψηλά μερίδια αγοράς και η συμπεριφορά της επιχείρησης (αν έχει πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκριθούν οι ανταγωνιστές με άλλες αντίστοιχης αξίας ή σε περιπτώσεις σύναψης μακροπροθέσμων συμβάσεων με πελάτες που έχουν αισθητά αποτελέσματα αποκλεισμού). Οι τομείς όπου μια επιχείρηση εμφανίζεται να προβαίνει σε κατάχρηση ΔΘ είναι ποικίλοι (φαρμακευτική αγορά, κατασκευαστικός κλάδος, τομέας τροφίμων, μηχανολογικός τομέας, τομέας τηλεπικοινωνιών κ.λπ.). Η φαρμακευτική αγορά είναι εκείνη στην οποία η εκ της κατάχρησης ΔΘ προκληθείσα κοινωνική ζημία είναι η υψηλότερη δυνατή, δεδομένου ότι η μονοπωλιακή δύναμη υπερισχύει εκείνης ετέρων τομέων επειδή η ελαστικότητα ζήτησης σημαντικών φαρμάκων κρίνεται ήσσων λόγω ανυπαρξίας υποκατάστατων προϊόντων (η εναλλακτική -αναιρετική της κατανάλωσης- λύση είναι γενεσιουργός αιτία κινδύνων για τη ζωή).

Δεδομένου ότι οι αντιανταγωνιστικές πρακτικές φαρμακευτικών εταιριών, εκτός από διασάλευση του υγιούς ανταγωνισμού, θέτουν υπό διακινδύνευση την πρόσβαση σε οικονομικώς προσιτά φάρμακα, επιβάλλονται η εποπτεία της λειτουργίας της φαρμακευτικής αγοράς και η επιβολή της νομοθεσίας ανταγωνισμού. Επιπλέον, συνεκτιμώντας ότι οι υγειονομικές κρίσεις (πανδημία Covid-19) ευνοούν τη δημιουργία ΔΘ, η καταχρηστική της εκμετάλλευσης συνιστά μία εκ των πλέον σημαντικών παραβάσεων των αρχών που διέπουν το κοινοτικό δίκαιο υγιούς ανταγωνισμού (άρθρο 102 Συνθήκης Λειτουργίας Ευρωπαϊκής Ενωσης), αναδεικνύοντας την ανάγκη ελέγχων τήρησης του νομοθετικού πλαισίου από τους αρμοδίους φορείς (ευρωπαϊκούς – εθνικούς).

Επαγωγικά, συνάγεται ότι η ΔΘ επιχείρησης δεικνύει ότι η τελευταία φέρει ευθύνη ώστε η οικονομική δύναμή της να μην ασκείται με τρόπο αντιβαίνοντα στις απαιτήσεις ενός ποιοτικού ανταγωνισμού, με αύξηση τιμών, περιορισμό επιλογών καταναλωτών και μονομερή καθορισμό τιμολογιακής πολιτικής. Ταυτόχρονα, τα θεσμικά όργανα οφείλουν να διερευνούν επισταμένως τη λειτουργία της αγοράς, παρεμβαίνοντας κατά αντιανταγωνιστικών εταιρικών πρακτικών, επ’ ωφελεία της δημόσιας υγείας, των συμφερόντων των καταναλωτών και του συνόλου των ανταγωνιστριών δυνάμεων της αγοράς. Η επιβολή κανόνων ανταγωνισμού, συμπληρωματική της νομοθετικής – ρυθμιστικής δράσης, αντιπροσωπεύει ένα τριπλό στοίχημα για τις επιχειρήσεις που θα απολαμβάνουν ασφαλές – δίκαιο επιχειρηματικό περιβάλλον (με παρακίνηση σε επενδύσεις), διασφαλίζοντας τη βιωσιμότητα – ανταγωνιστικότητά τους για τις ρυθμιστικές Αρχές, ώστε να θωρακίζουν το δίκαιο ανταγωνισμού από εταιρικές πρακτικές, φαλκιδεύουσες τον υγιή ανταγωνισμό και τους πολίτες που θα επωφελούνται από την αποτελεσματική κατανομή των πηγών προμήθειας καινοτόμων και οικονομικώς προσιτών φαρμάκων και τη διευρυνόμενη πρόσβαση σε αυτά, ενισχύοντας, συνεκδοχικώς, την κοινωνική ευημερία.

*Φαρμακοποιός (ΕΚΠΑ), κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στη Διοίκηση Οικονομικών Μονάδων με εξειδίκευση στα Οικονομικά της Υγείας (ΕΚΠΑ), υποψήφιος διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Αθηνών και στέλεχος της Διεύθυνσης Φαρμάκου Κεντρικής Υπηρεσίας ΕΟΠΥΥ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (12 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2025)

Advertisement 5

Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 5
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ