«Μπρα ντε φερ» για το κόστος των φυσικών καταστροφών

Ανεπαρκής η θωράκιση απέναντι στην κλιματική κρίση, ενώ ερώτημα παραμένει το ποσοστό συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα στον «λογαριασμό» από τις ζημίες

Ακόμα ένα καλοκαίρι η Ελλάδα καίγεται από άκρη σε άκρη, υπενθυμίζοντας πως η κλιματική κρίση είναι εδώ για να μείνει, επιφέροντας ζημίες εκατομμυρίων ή και δισεκατομμυρίων ευρώ κάθε χρόνο. Ο λογαριασμός δεν είναι ποτέ αμελητέος. Κάθε χρόνο κυμαίνεται από εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ έως και 3 δισ. ευρώ στις ακραίες περιπτώσεις, όπως στις πυρκαγιές του 2007 ή σε καιρικά φαινόμενα τύπου «Daniel». Ωστόσο, ύστερα από κάθε τέτοιο καταστροφικό γεγονός επανέρχεται το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να πληρώνει μόνο του το Δημόσιο χωρίς να υπάρχει δημοσιονομικός εκτροχιασμός και από ποιο σημείο και μετά ο ιδιωτικός τομέας, δηλαδή οι ασφαλιστικές, μπαίνει θεσμικά στο παιχνίδι της αποκατάστασης.

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

Σε όλη την Ευρώπη ωριμάζει η ιδέα ότι το ρίσκο πρέπει να μοιράζεται πιο δίκαια και πιο αναλογικά, με Δημόσιο – ιδιωτικές λύσεις και με μια ευρωπαϊκή «ομπρέλα» αντασφάλισης για να κρατηθεί προσιτή η ασφαλιστική κάλυψη όταν τα ακραία κλιματικά φαινόμενα γίνονται συχνότερα και εντονότερα. Αυτό ακριβώς εισηγούνται από κοινού η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA), προειδοποιώντας ότι όσο το κενό κάλυψης μεγαλώνει τόσο η ασφαλιστική κάλυψη σε μερικές περιοχές θα γίνεται ακριβή ή και δυσεύρετη.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, το κράτος παραμένει ο πρώτος και τελευταίος χρηματοδότης ύστερα από ακραία καιρικά φαινόμενα, με συνδυασμό εθνικών πόρων και ευρωπαϊκής αρωγής. Η εμπειρία της θεομηνίας «Daniel» και της Θεσσαλίας το 2023 έδειξε τι σημαίνει αυτό σε μεγάλη κλίμακα, με τις ιδιωτικές αποζημιώσεις να φτάνουν σε ιστορικά υψηλά, αλλά να καλύπτουν μόνο ένα μέρος του συνολικού κόστους. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί υπενθυμίζουν πως στην Ε.Ε. ασφαλίζεται μόλις περίπου το ένα τέταρτο των ζημιών από φυσικές καταστροφές, ένα ασφαλιστικό κενό το οποίο τελικά μεταφράζεται σε δημοσιονομική επιβάρυνση για τους εθνικούς και τον κοινοτικό προϋπολογισμό.

Από το 2024-2025 σταδιακά η φιλοσοφία πολιτικής κινδύνου εμφανίζει σημάδια αλλαγής. Η ελληνική κυβέρνηση νομοθέτησε την υποχρεωτική ασφάλιση έναντι φωτιάς, πλημμύρας και σεισμού για επιχειρήσεις πάνω από ένα συγκεκριμένο όριο τζίρου, με ελάχιστο ποσοστό κάλυψης επί της αξίας του ενεργητικού και με ρήτρα αποκλεισμού από κρατική αρωγή για όσους μείνουν ανασφάλιστοι. Στις κατοικίες. δε, χρησιμοποιείται το φορολογικό κίνητρο του ΕΝΦΙΑ, παρέχοντας έκπτωση για όποιον ασφαλίζει το σπίτι του με πλήρεις καλύψεις φυσικών καταστροφών.

Οι ασφαλιστικές αποφεύγουν ζώνες υψηλού κινδύνου μετά τις θεομηνίες

Δεν είναι, ωστόσο, αυτονόητο πως η ιδιωτική ασφαλιστική κάλυψη είναι πάντα διαθέσιμη στην αγορά, καθώς μπροστά στην τομή που συνιστά η κλιματική κρίση οι εταιρίες εντάσσουν με επιταχυνόμενους ρυθμούς ολόκληρες περιοχές στις κατηγορίες των αυξημένων ασφαλιστικών κινδύνων. Για παράδειγμα, μετά τον «Daniel» μεγάλα τμήματα της Θεσσαλίας έχουν καταγραφεί ανεπίσημα ως «κόκκινες» ζώνες για τον κίνδυνο πλημμύρας με τις ασφαλιστικές εταιρίες να αρνούνται να συνάψουν συμβόλαια όταν το ακίνητο βρίσκεται στη Θεσσαλία. Αυτό σημαίνει πως όσοι δεν μπορούν καν να βρουν κάλυψη μένουν και χωρίς την έκπτωση στον ΕΝΦΙΑ, που προϋποθέτει πλήρες συμβόλαιο για φωτιά – σεισμό – πλημμύρα.

Αυτή η τάση δεν είναι αποκλειστικά ελληνική. Η EIOPA, στα στοιχεία της για το κενό κλιματικής ασφάλισης, περιγράφει ευθέως ότι η αυξημένη συχνότητα και η σφοδρότητα καταστροφών κάνουν την τιμολόγηση πιο αβέβαιη και μπορεί να οδηγήσει τις ασφαλιστικές εταιρίες να περιορίσουν ή και να σταματήσουν την κάλυψη καταστροφικού κινδύνου σε ζώνες υψηλού ρίσκου, οδηγώντας στην προώθηση ενός ευρωπαϊκού συστήματος ασφαλείας με δημόσια στήριξη στην αντασφάλιση.

Στο ελληνικό παράδειγμα η αυστηροποίηση δεν εκδηλώνεται μόνο με αρνήσεις σε νέες ασφαλίσεις. Στην αγορά παρατηρούνται μεγαλύτερες απαλλαγές, πιο αυστηροί όροι, υψηλότερα τιμολόγια σε περιοχές κοντά σε ποτάμια και δασικές εκτάσεις ή με ιστορικό ζημιών, καθώς και πιο αυστηρές απαιτήσεις πρόληψης, από τεχνικές παρεμβάσεις μέχρι αποδείξεις συντήρησης. Ολα τα παραπάνω είναι καταγεγραμμένα από τις εποπτικές Αρχές ως κλασικές κινήσεις underwriting, όταν το ρίσκο ανεβαίνει και το κόστος αντασφάλισης αυστηροποιείται, και τείνουν να μετατραπούν σε γενική ευρωπαϊκή τάση για de facto αποκλεισμό ολόκληρων περιοχών.

Στο τραπέζι έχουν πέσει μια σειρά από προτάσεις για να καλυφθεί αυτό το κενό ασφάλισης. Είτε με καθαρή χαρτογράφηση κινδύνου και κανόνες δόμησης και ανακατασκευής που μειώνουν την έκθεση στις κλιματικές απειλές, όπως αντιπλημμυρικές θωρακίσεις, απαγορεύσεις κτισίματος σε κοίτες ρεμάτων, πρότυπα ανθεκτικότητας, είτε με εθνικές λύσεις τύπου «συνεγγύησης». Δηλαδή, με τη δημιουργία ενός Ταμείου ή ενός σχήματος δημόσιας – ιδιωτικής αντασφάλισης που θα επωμίζεται την «ουρά» του κινδύνου (τα μεγάλα, σπάνια πλήγματα), επιτρέποντας στις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες να τιμολογούν λογικότερα τα συχνά και ήπια μέτρια γεγονότα.

Προτείνονται επίσης οι στοχευμένες ενισχύσεις για την ασφάλιση νοικοκυριών και επιχειρήσεων σε ζώνες υψηλού κινδύνου, συνδεδεμένα με έργα πρόληψης και με ιδιωτικά μέτρα προστασίας που μειώνουν το ασφάλιστρο (από αναβαθμίσεις ηλεκτρολογικών μέχρι αντλίες σε υπόγεια).

Οι προτάσεις αυτές στοχεύουν σε κάποιας μορφής επιδότησης κινδύνου, ούτως ώστε οι πιο ευάλωτοι σε φυσικές καταστροφές να μη μένουν εκτός ασφαλιστικής αγοράς, τη στιγμή που η ένταξή τους σε αυτή είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ.

Από την πλευρά του το κράτος ζητά τον επιμερισμό της ευθύνης, βοηθώντας να ενισχυθεί η διαθεσιμότητα της κάλυψης εκεί όπου χτυπά η κλιματική κρίση.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (22 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2025)

Advertisement 5


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 5
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ