Οι επιχειρήσεις παγώνουν αυξήσεις για να μην απολέσουν πελάτες, προκαλώντας απώλεια κερδών και φθορά ποιότητας
Ένας από τους βασικότερους πυλώνες των δημόσιων εσόδων στην Ελλάδα, ο ΦΠΑ, επιβαρύνει δυσανάλογα τους ευάλωτους καταναλωτές, σύμφωνα με μελέτη του ΚΕΠΕ. Αν και είναι ένας από τους πιο άμεσους και διαρκείς φόρους που επηρεάζει καθημερινά τον καταναλωτή και ενώ συνήθως θεωρείται «ουδέτερος», δηλαδή ένας φόρος που επιβαρύνει τους πάντες ανάλογα με την κατανάλωσή τους, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Σύμφωνα με τη μελέτη του ΚΕΠΕ, η οποία αφορά τη φορολογία κατανάλωσης στην Ελλάδα, η σχέση μεταξύ των αυξήσεων στον ΦΠΑ και της τελικής επιβάρυνσης του καταναλωτή δεν είναι γραμμική.
Το φαινόμενο που κυριαρχεί στη χώρα ονομάζεται «υπομετακύλιση» και πρόκειται για την περίπτωση όπου οι επιχειρήσεις όταν αυξάνεται ο συντελεστής ΦΠΑ, δεν μεταφέρουν αυτόματα το σύνολο του επιπλέον κόστους στις τιμές των προϊόντων ή των υπηρεσιών τους, προκειμένου να μη χάσουν την ανταγωνιστικότητά τους ή τους πελάτες τους. Ετσι, επιλέγουν να απορροφήσουν ένα μέρος της επιπλέον επιβάρυνσης, προσωρινά ή εν μέρει, μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους τους ή κάνοντας περικοπές σε άλλες δαπάνες.
Αυτό το σενάριο, ωστόσο, έχει σοβαρές συνέπειες. Οταν οι επιχειρήσεις φτάσουν στα όριά τους και δεν μπορούν πλέον να «κρατήσουν» την αύξηση του φόρου, τότε αναπόφευκτα το βάρος μεταφέρεται στον καταναλωτή είτε με αυξημένες τιμές είτε με χειρότερη ποιότητα προϊόντων ή υπηρεσιών.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, η μερική μετακύλιση των αυξήσεων του ΦΠΑ, αντί να μετριάσει την επιβάρυνση, τελικά οδηγεί σε μεγαλύτερη πίεση στον καταναλωτή, ειδικά όταν πρόκειται για βασικά είδη, όπως τα τρόφιμα, η ενέργεια ή η εστίαση.
Τα ευρήματα της μελέτης καταδεικνύουν υπομετακύλιση των αυξήσεων του ΦΠΑ στη χώρα, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να φέρουν μεγαλύτερο μερίδιο του φορολογικού βάρους, καθώς ο φόρος μπορεί να μη φαίνεται, να έχει περάσει ολόκληρος στην τιμή, αλλά το τελικό κοινωνικό και οικονομικό βάρος πέφτει πάνω στον καταναλωτή και δη στους πιο ευάλωτους.
Το πρόβλημα διογκώνεται από την ίδια τη δομή του ΦΠΑ στην Ελλάδα. Παρότι αποτελεί έναν από τους κύριους φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς του κράτους, με τις εισπράξεις για το 2024 να ξεπερνούν τα 23,6 δισ. ευρώ, το σύστημα εμφανίζει σοβαρά κενά. Η λεγόμενη αποδοτικότητα του ΦΠΑ, δηλαδή πόσο κοντά βρίσκεται το πραγματικά εισπραττόμενο ποσό σε αυτό που θα έπρεπε θεωρητικά να συλλέγεται, είναι πολύ χαμηλή. Μόνο το 37,5% του δυναμικού του ΦΠΑ καταλήγει στα δημόσια ταμεία, ενώ το υπόλοιπο χάνεται είτε μέσω εξαιρέσεων και μειωμένων συντελεστών είτε μέσω φοροδιαφυγής και παραοικονομίας.
Κ.Α.
Τελεσίγραφο Κομισιόν για δίμηνη διορία πλήρους ευθυγράμμισης
Σε αυτό το ήδη πιεστικό φορολογικό περιβάλλον, οι εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο προσθέτουν ακόμα μία υποχρέωση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέστειλε στην Ελλάδα προειδοποιητική επιστολή, με την οποία ζητά την πλήρη και έγκαιρη ενσωμάτωση κρίσιμων οδηγιών για τον ΦΠΑ. Η χώρα μας δεν έχει ακόμη προσαρμόσει πλήρως τη νομοθεσία της στους ευρωπαϊκούς κανόνες, ενώ η προθεσμία συμμόρφωσης που δίνεται είναι μόλις δύο μήνες. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, η Κομισιόν διατηρεί το δικαίωμα να παραπέμψει την υπόθεση στο δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Η σημασία αυτών των οδηγιών δεν είναι μόνο τυπική. Η πρώτη οδηγία αφορά τους συντελεστές και επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία στα κράτη-μέλη για να καθορίσουν μειωμένους ή και μηδενικούς συντελεστές για κοινωνικά ευαίσθητα προϊόντα, αρκεί να υπάρχουν λογική τεκμηρίωση και εναρμόνιση με τους κανόνες της ενιαίας αγοράς. Η δεύτερη οδηγία αφορά τις μικρές επιχειρήσεις και παρέχει τη δυνατότητα απλοποίησης των υποχρεώσεων ΦΠΑ και απαλλαγής κάτω από ορισμένα όρια τζίρου. Αν η Ελλάδα ενσωματώσει σωστά αυτές τις διατάξεις, μπορεί να δημιουργηθεί ένα πιο στοχευμένο και δίκαιο σύστημα φορολόγησης, που θα περιορίσει το βάρος στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και τις μικρές επιχειρήσεις.
Το τριπλό καθεστώς που εφαρμόζεται στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα το σύστημα ΦΠΑ βασίζεται σε τρεις βασικούς συντελεστές, με εξαιρέσεις και γεωγραφικές διαφοροποιήσεις για συγκεκριμένες περιοχές (κυρίως τα νησιά). Αναλυτικά:
1. Κανονικός συντελεστής: 24%
Είναι ο γενικός συντελεστής που εφαρμόζεται στη μεγάλη πλειονότητα αγαθών και υπηρεσιών και είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη. Εφαρμόζεται σε:
Είδη ένδυσης και υπόδησης
Ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές
Εστίαση (σερβιριζόμενα ποτά)
Καλλυντικά, καπνικά προϊόντα
Οικιακές υπηρεσίες και υπηρεσίες ελεύθερων επαγγελματιών (σε πολλές περιπτώσεις)
2. Μειωμένος συντελεστής: 13%
Εφαρμόζεται κυρίως σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, όπως:
Τρόφιμα (εκτός από ορισμένα επεξεργασμένα ή είδη πολυτελείας)
Εστίαση (φαγητό και μη αλκοολούχα ποτά)
Ενέργεια (ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο, τηλεθέρμανση)
Υδρευση
Εισιτήρια μέσων μεταφοράς
Υπηρεσίες διαμονής (ξενοδοχεία)
3. Υπερμειωμένος συντελεστής: 6%
Ισχύει για πολύ περιορισμένο αριθμό αγαθών και υπηρεσιών με κοινωνική ή πολιτιστική σημασία, όπως:
Βιβλία και εφημερίδες
Εισιτήρια θεάτρου
Φάρμακα
Ιατρικές συσκευές για ΑμεΑ
Κατά περίπτωση, όπως για παράδειγμα σε νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, υπό το βάρος των συνεπειών της προσφυγικής κρίσης, εφαρμόστηκαν ειδικά καθεστώτα ΦΠΑ με μεγαλύτερες ελαφρύνσεις και μειωμένους συντελεστές, προκειμένου να στηριχτεί οικονομικά ο ντόπιος πληθυσμός σε συνθήκες εκτάκτου ανάγκης.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (1 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2025)





