Οι ελληνικές μικρομεσαίες αλλά και οι μεγάλες επιχειρήσεις (ΜμΕ) κινδυνεύουν να «χάσουν το τρένο» της Τεχνητής Νοημοσύνης (Τ.Ν.), με τις επιδόσεις σε κρίσιμους δείκτες να είναι πιο χαμηλά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπως προκύπτει από τη μελέτη «AI Playbook: Ενίσχυση της Ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής Οικονομίας μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης – Απελευθερώνοντας Δυναμική Κλίμακας για την Ελλάδα».
Η μελέτη παρουσιάστηκε σε εκδήλωση την οποία συνδιοργάνωσαν το Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας (Competegr) και το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών (ΕΒΕΑ), την Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026. Οπως επισημάνθηκε, η Ελλάδα εισήλθε στην εποχή της Τ.Ν. ως μικρή οικονομία υπηρεσιών, με κυρίαρχη παρουσία μικρομεσαίων επιχειρήσεων και παράλληλα αξιόλογη πρόοδο στις ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες. Ωστόσο, η απόδοση από την υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης επηρεάζεται δραστικά από παράγοντες όπως η πρόσβαση σε υπηρεσίες cloud, οι πρακτικές διαχείρισης δεδομένων, οι δεξιότητες και η οργανωτική ετοιμότητα, στα οποία οι ευρωπαϊκές επιδόσεις έχουν ραγδαία βελτίωση, θέτοντας ψηλά τον πήχη στην προσπάθεια σύγκλισης της Ελλάδας. Η εντός των συνόρων υστέρηση σε αυτές τις περιοχές συντελεί στα σχετικά χαμηλά επίπεδα υιοθέτησης ψηφιακών τεχνολογιών μεταξύ των επιχειρήσεων στην Ελλάδα, με τη χρήση cloud computing, ανάλυσης δεδομένων και Τ.Ν. να υπολείπεται του μέσου όρου της Ε.Ε. Οπως αναφέρθηκε, 9,8% των ελληνικών επιχειρήσεων με τουλάχιστον 10 εργαζομένους χρησιμοποιεί Τ.Ν. έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 13,5%.
Παρατηρείται και στην Ελλάδα διαστρωμάτωση ανάλογα με το μέγεθος των εταιριών, με τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις να παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά υιοθέτησης Τ.Ν.. Υπάρχει, όμως, και μια διαφοροποίηση, καθώς στην Ελλάδα η υστέρηση των μεγάλων επιχειρήσεων σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (Ελλάδα 24,5% – Ε.Ε. 41,2%) είναι σημαντικά μεγαλύτερη συγκριτικά με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Αντίθετα, το οικοσύστημα των νεοφυών επιχειρήσεων στη χώρα μας καταγράφει ανοδική πορεία, με αύξηση του αριθμού νέων εγχειρημάτων και ενίσχυση του επιχειρηματικού κεφαλαίου κατά 15% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Οσον αφορά το επίπεδο χρήσης και το είδος εργασιών στις οποίες χρησιμοποιήθηκε Τ.Ν. από τις ελληνικές ΜΜΕ: α) σε ποσοστό 32% αυτές εστίασαν σε απλές εργασίες, όπως παραγωγή κειμένου και εικόνων και αυτοματοποίηση εξυπηρέτησης πελατών, β) 38% των ΜμΕ εφάρμοσαν μέτριας πολυπλοκότητας εργασίες, όπως αυτοματοποίηση καθημερινών διαδικασιών και υποστήριξη στη λήψη αποφάσεων και γ) 30% των ΜμΕ υιοθέτησαν πιο σύνθετες εργασίες, όπως ανάλυση δεδομένων.
Σημειώνεται ότι για να αποδώσει αποτελέσματα η Τ.Ν. χρειάζεται βασικούς επιταχυντές, που σχετίζονται με αξιόπιστα δεδομένα (ποιότητα, πρόσβαση, διακυβέρνηση), ευέλικτες υποδομές (ιδίως υπολογιστικό νέφος-cloud) και δεξιότητες, τόσο τεχνικές όσο και επιχειρησιακές.
Τα ευρήματα για την Ελλάδα δείχνουν ότι και στους τομείς αυτούς παρουσιάζεται υστέρηση σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία διαθεσιμότητας κοινόχρηστων πόρων. Η διείσδυση του cloud στην Ελλάδα παραμένει περιορισμένη. Υπηρεσίες cloud αγοράζει το 56% των μεγάλων επιχειρήσεων, έναντι 78% του μέσου όρου της Ε.Ε., ενώ για τις ΜμΕ το αντίστοιχο ποσοστό είναι 23% στην Ελλάδα έναντι 44% στην Ε.Ε. Η υστέρηση αυτή περιορίζει την αξιοποίηση ώριμων data pipelines, που αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη λύσεων Τεχνητής Νοημοσύνης. Για το 2030 ο εθνικός στόχος έχει τεθεί στο 56% (έναντι 75% στην Ε.Ε.) και θεωρείται συντηρητικός, ενώ ο οδικός χάρτης εστιάζει σε οριζόντιες δράσεις ψηφιοποίησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, χωρίς στοχευμένα μέτρα για το cloud.
Στον τομέα της ανάλυσης δεδομένων (Data Analytics), το 25% των ελληνικών επιχειρήσεων δηλώνει χρήση, έναντι 33,3% στην Ευρωπαϊκή Ενωση, με τις ΜμΕ να φτάνουν στο 24,5% και τις μεγάλες περίπου στο 55%. Το χάσμα μεταξύ μικρομεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων φθάνει το 30,5%, χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που εκτιμάται σε 39,7%, αναδεικνύοντας και εδώ αναλογικά μεγαλύτερη υστέρηση των μεγάλων επιχειρήσεων. Για τα Data Analytics ο εθνικός στόχος για το 2030 είναι συντηρητικός (40% έναντι 75% στην Ε.Ε.), αλλά, δεδομένου ότι η μέχρι σήμερα επίδοση ξεπέρασε τις προβλέψεις, εξετάζεται αναθεώρηση σε υψηλότερο ποσοστό.
Μόνο μία στις τρεις εταιρίες αξιοποιεί τις τεχνολογίες
Ο συνδυαστικός δείκτης υιοθέτησης, που μετρά την αξιοποίηση τουλάχιστον μίας εκ των τριών τεχνολογιών Τ.Ν., cloud (υπολογιστικό νέφος) ή analytics (ανάλυσης δεδομένων) καταδεικνύει ότι μόλις το 33,5% των ελληνικών επιχειρήσεων τις αξιοποιεί, έναντι 54,7% για τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το ποσοστό ανέρχεται σε 32,9% για τις μικρομεσαίες και 68,1% για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Επομένως μόνο μία στις τρεις επιχειρήσεις στην Ελλάδα κάνει χρήση κάποιας εκ των τεχνολογιών, έναντι μίας στις δύο στην Ευρώπη. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν ότι η επιτάχυνση της υιοθέτησης Τ.Ν. στην Ελλάδα απαιτεί ταυτόχρονη πρόοδο σε cloud και analytics, ιδίως στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, και ότι οι οριζόντιες πολιτικές πρέπει να στοχεύουν στη συνολική ενίσχυση του τεχνολογικού χαρτοφυλακίου και όχι σε αποσπασματικές δράσεις.
Για ποιες ειδικότητες ΤΠΕ «καίγεται» η αγορά
Σύμφωνα με τη μελέτη, το 2024 η Ελλάδα κατέγραψε ποσοστό 2,5% ειδικών στις Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) επί του συνόλου της απασχόλησης, σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε. (5%), παρουσιάζοντας υστέρηση και ως προς τον εθνικό στόχο.
Ο εθνικός στόχος για το 2030 έχει τεθεί στο 4,5% των εργαζομένων σε ειδικότητες ΤΠΕ, έναντι 10% της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η Ελλάδα, αν και το απαιτούν οι περιστάσεις, ακόμη δεν έχει αναθεωρήσει τον στόχο αυτό.
Στην αγορά εργασίας οι πιο περιζήτητοι ρόλοι είναι οι software και application developers/analysts, που αντιστοιχούν στο 49,1% των αγγελιών στον τομέα των ΤΠΕ, έναντι 58% στην Ε.Ε. Η Ελλάδα εμφανίζει υψηλότερη συμμετοχή σε ICT service manager,s με 7% έναντι 3,8% στην Ε.Ε., καθώς και σε ICT operations (Λειτουργίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών) και user support technicians (Τεχνικοί Υποστήριξης Χρηστών), με 13,0% έναντι 10,4%. Επίσης, καταγράφει μεγαλύτερο μερίδιο σε database και network professionals, με 11,6% έναντι 10,1%. Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν επιχειρηματική προσέγγιση που εστιάζει περισσότερο σε λειτουργικές και υποστηρικτικές ανάγκες, με μικρότερη έμφαση σε έρευνα και ανάπτυξη (R&D).
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (13 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2026)






