Ο «εθνικός επενδυτής» που μετατράπηκε σε «εθνικό αποεπενδυτή», αποκομίζοντας τεράστιες υπεραξίες
Οι «χρυσές» business του CVC στην Ελλάδα συνεχίζονται με ακατάπαυστους ρυθμούς. To αμερικανικό mega fund, που θεωρήθηκε τα προηγούμενα χρόνια ως ο κατ’ ευφημισμόν «μεγαλύτερος επενδυτής στη χώρα», φαίνεται, πρώτα απ’ όλα, ότι έχασε τον «θρόνο» του έπειτα από τα αλλεπάλληλα πωλητήρια περιουσιακών στοιχείων του, στα οποία προχώρησε μέσα στο 2025.
Αυτό δεν σημαίνει ότι σταμάτησε ποτέ να «αλωνίζει» στην εγχώρια αγορά, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την επικράτησή του στον διαγωνισμό της ΕΤΑΔ για τη μίσθωση της Ακτής Βουλιαγμένης.
Τη δημοφιλέστερη, δηλαδή, οργανωμένη παραλία της λεγόμενης Αθηναϊκής Ριβιέρας, που αναλαμβάνουν η κοινοπραξία (προτιμητέος επενδυτής) της Evergood (ήτοι η Vivartia, άρα η… CVC Capital ως ιδιοκτήτης της) και η εταιρία catering Γευσήνους, του Μανώλη Βαβουράκη.
Οι πιο μυημένοι στα «μυστικά» του «μαγικού κόσμου» των επενδύσεων (sic) στην Ελλάδα άρχισαν να σιγοψιθυρίζουν στο άκουσμα της είδησης ότι πρόκειται πιθανότατα για μια κίνηση μέσω της οποίας θα αυξηθεί περισσότερο η αξία των assets του CVC, με απώτερο σκοπό νέα μελλοντικά πωλητήρια για τη διασφάλιση των υπέρογκων υπεραξιών προς όφελος των μετόχων του.
Η διαγωνιστική διαδικασία για το «φιλέτο» της παραλιακής μπορεί να μην αποκάλυψε «ανοιχτά» παράπονα ή να καταγγέλθηκε κάποια παρατυπία, κι ενώ στην τελική ευθεία της είχαν εισέλθει 4 υποψήφιοι (όπως νωρίτερα και άλλοι συμμετέχοντες), με την προαναφερόμενη κοινοπραξία να πλειοδοτεί και να επικρατεί

τελικά.
Το βασικό συμπέρασμα, ωστόσο, είναι ότι, παρά τις παλαιότερες φήμες περί ενδεχόμενης καθολικής αποχώρησής του από την ελληνική αγορά, το CVC πορεύεται… ακλόνητο, με τις «πλάτες της κυβέρνησης», όπως καταμαρτυρούν» άσπονδοι εχθροί -και φίλοι- της, υπό τον Αλεξ Φωτακίδη στην ηγεσία του ελληνικού «βραχίονά» του. Και έστω και αν δεν τηρεί όλες τις «υποσχέσεις» του για τις επενδύσεις που «θα» πραγματοποιούσε στην Ελλάδα, αποκομίζει υψηλά κέρδη, όπως, π.χ., συνέβη με τις εμφατικές αποεπενδύσεις του 2025.
Η πολυσυζητημένη σχέση εργασίας της Σοφίας Μητσοτάκη, κόρης του πρωθυπουργού, με το CVC (από τότε που προσελήφθη ως investors relation manager στα κεντρικά γραφεία του στο Λονδίνο) είναι αυτή, βεβαίως, που έδωσε τροφή για πολλά σχόλια στο παρελθόν για την παρουσία του fund στην Ελλάδα.
Πέρσι, δε, το σερί από τα… πωλητήρια άρχισαν από πολύ νωρίς και περιλάμβανε το deal «24 καρατίων», με τους Αραβες της PureHealth Holding PJSC από το Αμπού Ντάμπι, για τον όμιλο υγείας Hellenic Healthcare Group ή HHG (σε ποσοστό 55%), με το… μυθικό οικονομικό τίμημα των 1,265 δισ. ευρώ, όπως επίσης το 90% της Εθνικής Ασφαλιστικής (σ.σ.: που είχε αγοραστεί… κοψοχρονιά) προς την Τράπεζα Πειραιώς αντί 540 εκατ. ευρώ, τον όμιλο τροφίμων, κατεψυγμένων λαχανικών και σαλατών Μπάρμπα Στάθης και τη γαλακτοβιομηχανία Δωδώνη που πουλήθηκαν, αντίστοιχα, στην εισηγμένη εταιρεία συμμετοχών Ideal Holdings και τα Ελληνικά Γαλακτοκομεία αντί 130 εκατ. ευρώ (συν ανάληψη δανεισμού περί τα 40 εκατ. ευρώ) και 205 εκατ. ευρώ (συμπεριλαμβανομένων υποχρεώσεων).
Με συμφωνίες αθροιστικής αξίας 2,18 δισ. ευρώ σε διάστημα μερικών μόνο μηνών, ο «εθνικός επενδυτής» μετατράπηκε σε «εθνικό αποεπενδυτή» και προφανώς έπεται συνέχεια.
Θα απαντούσε κανείς, μα αυτή είναι η λογική των funds όλου του πλανήτη: να αγοράζουν «σε καλή τιμή», να βοηθούν στην ανάπτυξη μιας επιχείρησης και να την πωλούν αργότερα, πιο ακριβά για να κερδίσουν χρήματα από την επένδυσή τους.
Η βασική «ένσταση» εδώ είναι φυσικά ότι τέτοιας… κλίμακας οικονομικές συμφωνίες δεν πετυχαίνουν συνολικά όλα τα ελληνικών συμφερόντων funds μαζί και φυσικά ούτε ελέγχουν σε τέτοιον βαθμό νευραλγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας, όπως η υγεία, ο ασφαλιστικός κλάδος και η παιδεία!
Τα «ξεχασμένα» 2 δισ. ευρώ και το… απόθεμα για νέα «χρυσά» exits
Το καλοκαίρι του 2023, όταν η CVC συγκέντρωσε ποσό-μαμούθ ύψους 26 δισ. δολ. στο νέο της fund (IX) εξαγορών, είχε… διαρρεύσει η «υπόσχεση» για νέες επενδύσεις 2 δισ. ευρώ στην Ελλάδα, οι οποίες έχουν «ξεχαστεί» σε κάποιο συρτάρι.
Αντί αυτών, το CVC στρέφεται σε «συμπληρωματικές» κινήσεις υφισταμένων δραστηριοτήτων του και την ίδια ώρα διατηρεί ένα τεράστιο «απόθεμα» για πιθανά νέα πωλητήρια, αν αναλογιστεί κανείς ότι μόνο η γαλακτοβιομηχανία Δέλτα και η βιομηχανία Ελληνική Ζύμη κοστολογούνται από… 400 εκατ. ευρώ έκταση.
Οι πληροφορίες μιλούν για επαφές οι οποίες, μέχρι στιγμής, δεν έχουν προχωρήσει λόγω της «αστρονομικής» τιμής των δύο assets, που… τρόμαξε τους υποψήφιους αγοραστές.
Αντίθετα, το CVC έχει ανάμεσα σε άλλα στο ελληνικό χαρτοφυλάκιό του το εναπομείναν 35% του HHG με 10 νοσοκομεία και 16 διαγνωστικά κέντρα σε Ελλάδα – Κύπρο (μίνιμουμ αξίας 800 εκατ. ευρώ), το 10% της ΔΕΗ, το 20% της ISP (εκπαιδευτήρια Πλάτων, Ελληνογερμανική Αγωγή, εκπαιδευτήρια Αυγουλέα-Λιναρδάτου), τη Skroutz και τις τέσσερις μαρίνες (Ζέας, Πύλου, Λευκάδας, Κέρκυρας).
Το πλάνο και η μεταπωλητική αξία του κλάδου της εστίασης
Ενα επενδυτικό πλάνο 17 εκατ. ευρώ, με ελάχιστο εγγυημένο τίμημα μίσθωσης 4,28 εκατ. ευρώ ετησίως και 20ετή σύμβαση, με δικαίωμα παράτασης για επιπλέον 10 έτη, δείχνει να έχει «χρυσοφόρες» προοπτικές για το CVC. Αρκεί να σημειωθεί ότι μόνο το 2024 η Ακτή Βουλιαγμένης υποδέχθηκε 420.000 επισκέπτες.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, εντός αυτής προβλέπεται η ανάπτυξη σημείων εστίασης που θα συνδέονται με το χαρτοφυλάκιο της Evergood (Goody’s, Everest, La Pasteria, Jackaroo) και παράλληλα στην Ωκεανίδα σχεδιάζεται δημιουργία εστιατορίου με νέο concept.
Υπενθυμίζεται ότι το CVC προχώρησε στην εξαγορά του 60% της Jackaroo, ενός δημοφιλούς street food brand, ενισχύοντας τη μεταπωλητική αξία του «βραχίονα» της εστίασης (στην… αποδυναμωμένη Vivartia).
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 13/2/2026)






