Ευκαιρίες για τους Ελληνες ζυθοποιούς στη Γερμανία

Αποκαλυπτική έρευνα: πώς μπορεί να ανοίξει γι’ αυτούς η μεγαλύτερη αγορά του κλάδου στην πατρίδα της μπίρας – Οι πέντε λόγοι που «υπόσχονται» εκτόξευση των εξαγωγών

Η ανάκαμψη της εγχώριας αγοράς μπίρας, η οποία σημειώθηκε κυρίως μετά το πέρας της πανδημίας, με το άνοιγμα των καταστημάτων εστίασης και την αύξηση των τουριστικών ροών από το εξωτερικό προς τη χώρα, συνδυάζεται αυτήν την εποχή με μια σειρά ευκαιριών οι οποίες παρουσιάζονται για τους Ελληνες ζυθοποιούς στο εξωτερικό.

Του ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΣΜΕΤΑΤΟΥ

Αν και στη χώρα μας κυριαρχούν στον κλάδο οι «ξένες δυνάμεις», οι όμιλοι δηλαδή που ελέγχουν τα δημοφιλέστερα brands, οι ελληνικές εταιρίες δίνουν τη δική τους «μάχη» και προσπαθούν να κερδίσουν όσο περισσότερο… έδαφος μπορέσουν απέναντι σε έναν ιδιαίτερα σκληρό ανταγωνισμό.

Και δεν είναι τυχαίο ότι στην Ελλάδα υπάρχουν πάνω από 72 μικροζυθοποιίες, με πολλές, πάρα πολλές, τοπικές μάρκες και μπίρες οι οποίες παράγονται από ανθρώπους με μεράκι.
Οι εμπορικές προοπτικές αυτών των προϊόντων, βέβαια, εξαρτώνται από μια σειρά παραγόντων και παραμέτρων.

Πέρα από τον απαραίτητο πρόλογο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία που προκύπτουν από την αποκαλυπτική, πολυσέλιδη έρευνα αγοράς για την μπίρα στη Γερμανία και ειδικότερα στη Βαυαρία, με την υπογραφή του γενικού προξενείου Μονάχου – γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων.

Αν και οι εξαγωγές ζύθου της Ελλάδας προς μια χώρα η οποία αποτελεί την «πατρίδα» ενός ποτού με εκατοντάδες εκατομμύρια λάτρεις σε όλον τον πλανήτη κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα, οι ευκαιρίες για να ανέβουν κατακόρυφα οι επιδόσεις τους δείχνουν μοναδικές.
Στο «Κεφάλαιο Ζ» περιγράφονται αναλυτικά από τους συντελεστές της μελέτης τουλάχιστον πέντε σοβαροί λόγοι για τους οποίους η ελληνική μπίρα έχει… μέλλον στη γερμανική αγορά. Σε μια χώρα όπου η κατανάλωση ζύθου αποτελεί γιορτή, σε εκδηλώσεις όπως το φημισμένο Oktoberfest και όχι μόνο!

Η βασική ερώτηση που θέτει η έρευνα είναι: Ποιες μπορεί να είναι οι ευκαιρίες και οι προοπτικές μεγαλύτερης εισόδου στην αγορά της ελληνικής ζυθοποιίας με τα εγγενή χαρακτηριστικά της, όπως η χαμηλή αναγνωρισιμότητα και η έλλειψη παράδοσης στην μπίρα, η μειωμένη ανταγωνιστικότητα λόγω των μικρού μεγέθους μονάδων και της περιορισμένης παραγωγής και η σχετικά μεγάλη γεωγραφική απόσταση, στην εύρωστη και εμβληματική μεν αλλά ταυτόχρονα απαιτητική και ανταγωνιστική γερμανική αγορά;
Στην οποία, μάλιστα, κυριαρχούν διαχρονικά, πέραν των τοπικών προϊόντων φυσικά, ήδη εδραιωμένοι «παίκτες» με όλα τα προαναφερθέντα, συγκριτικά πλεονεκτήματα;

ΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Ο αντίλογος προς τα παραπάνω μειονεκτήματα έρχεται από την καταγραφή μιας «ομάδας» από τρόπους για τη… μετατροπή τους σε πλεονεκτήματα, όπως αναφέρονται στη μεγάλη έρευνα:

1. Παρουσία και παραμονή στο ράφι μπίρας μικρότερων και ανερχόμενων, εξωστρεφών ελληνικών ζυθοποιείων, σε καταστήματα delicatessen και μικρές αλυσίδες ποιοτικών/πολυτελών supermarket, καθώς και εξειδικευμένα καταστήματα με προϊόντα υγιεινής διατροφής και άθλησης στη Γερμανία.
Το αγοραστικό κοινό αυτών των καταστημάτων είναι ανοιχτό σε «ιδιαίτερες» μπίρες, όπως craft, από μικρές και τοπικές παραγωγές, specialty, με την προσθήκη ιδιαίτερων συστατικών κατά τη ζυθοποίηση (π.χ., μέλι, σιρόπι σφενδάμου, φρούτα) ή την ωρίμανση σε βαρέλια από πρότερη παραγωγή ουίσκι, κρασιού κ.λπ., αλλά και καινοτόμα προϊόντα (π.χ., μπίρες χαμηλών θερμίδων, προσθήκη ηλεκτρολυτών κ.ά.), ενώ κατά κανόνα είναι υψηλότερων εισοδηματικών κατηγοριών.
Ταυτόχρονα, η προσέγγιση τέτοιου είδους καταστημάτων και μικρών αλυσίδων είναι ευκολότερη σε σύγκριση με τους γιγαντιαίους ομίλους, όπως Edeka, Rewe, Lidl, Aldi κ.λπ., όπου οι διαδικασίες προμηθειών και η προσθήκη προϊόντων είναι περισσότερο απρόσωπη και αυτοματοποιημένη.

Η στρατηγική αυτή στοχεύει στη γνωριμία του Γερμανού καταναλωτή με την ποιότητα του ελληνικού ζύθου και τα μοναδικά τοπικά χαρακτηριστικά του και τη σταδιακή εξοικείωση του αγοραστικού κοινού με την ελληνική «ετικέτα», ως αναγκαία προϋπόθεση και εφαλτήριο για μεγαλύτερη ανάπτυξη και, εν τέλει, θέση στο ράφι κεντρικότερων καταστημάτων και «συστημικών» αλυσίδων.

2. Η αναζήτηση στρατηγικών συνεργασιών στη Γερμανία για τις ισχυρότερες και περισσότερο εδραιωμένες ελληνικές ζυθοπαραγωγικές μονάδες, με μεγαλύτερες παραγωγικές δυνατότητες και υψηλότερο βαθμό διαφοροποίησης προϊόντος, με απώτερο επιδιωκόμενο στόχο την παραγωγή προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας για μεγάλες γερμανικές αλυσίδες.
Σημειώνεται ότι όλες οι μεγάλες γερμανικές αλυσίδες supermarket, εκπτωτικές και μη, παράγουν μπίρα ιδιωτικής ετικέτας (private label) και μάλιστα διάφορων ειδών ζυθοποίησης και -κατά περίπτωση- διαφορετικές ανά περιοχή.

3. Αξιοποίηση και μεγαλύτερη ενεργοποίηση των Ελλήνων εισαγωγέων και χονδρεμπόρων τροφίμων και ποτών στη Γερμανία, οι οποίοι διαθέτουν, κατά κανόνα, εκτεταμένο πελατολόγιο Ελλήνων και Γερμανών αγοραστών και πρόσβαση σε πολυάριθμα σημεία λιανικής πώλησης σε όλη τη Γερμανία, ενώ είναι -με συστηματική προσπάθεια και κατάλληλη προσέγγιση- δεκτικότεροι των Γερμανών έναντι νέων και ιδιαίτερων ελληνικών προϊόντων με θετικές προοπτικές.
Μέσω αυτών μπορεί να επιτευχθούν σταδιακά τόσο η επιθυμητή εξοικείωση του γερμανικού κοινού με την «άγνωστη» ελληνική ζυθοποιία όσο και αύξηση των εξαγωγών μας και των λιανικών πωλήσεων εδραιωμένων και ανερχόμενων ελληνικών ζυθοποιείων.

4. Στην ίδια κατεύθυνση αξιοποίηση του δικτύου των χιλιάδων ελληνικών εστιατορίων/εστιατορίων ελληνικής κουζίνας σε όλη τη Γερμανία, σε μία προσπάθεια τοποθέτησης ξεχωριστών ελληνικών ετικετών μπίρας αντίστοιχη με τις καμπάνιες διάθεσης ελληνικών κρασιών που είχαν πραγματοποιηθεί με σημαντική επιτυχία στο παρελθόν.
Σε αυτά ο Γερμανός επισκέπτης/καταναλωτής μπορεί να έρθει ευκολότερα και σε ένα πιο οικείο και δεκτικό περιβάλλον, σε επαφή με την ποιότητα και τα ιδιαίτερα, τοπικά και γευστικά χαρακτηριστικά των νέων ελληνικών ζύθων, ώστε να τα αναζητήσει και στο ράφι.

5. Για την εξοικείωση του γερμανικού κοινού με τη «νέα», ανερχόμενη και φιλόδοξη ελληνική ζυθοποιία και τα ιδιαίτερα προϊόντα της, προκειμένου να αναδειχθεί σταδιακά σε νέα τάση και να προβληθεί με επιτυχία, κρίνεται ως απολύτως απαραίτητη η συμμετοχή των Ελλήνων ζυθοποιών, μέσω περιφερειών ή άλλων φορέων και κλαδικών οργανώσεων:

α. σε διεθνείς εκθέσεις μπίρας και αλκοολούχων ποτών γενικότερα, όπως η BrauBeviale, η DrinkTec, η Pro FachHandel κ.ά., που λαμβάνουν χώρα σε ετήσια ή διετή βάση στη Γερμανία (Μόναχο, Νυρεμβέργη και αλλού),

β. στα πιο αναγνωρίσιμα φεστιβάλ και στις μεγαλύτερες γιορτές μπίρας της Γερμανίας, το γνωστό σε όλους Oktoberfest, το μεγαλύτερο «πανηγύρι μπίρας», με 6,5 εκατ. επισκέπτες το 2025, στο Βερολίνο (Berlin Beer Week), στη Στουτγάρδη και τη Φρανκφούρτη (Craft Beer Festival), στο Αμβούργο, στη Νυρεμβέργη, στη Βρέμη και αλλού.

Τα 5 εκατομμύρια τουρίστες και τα 3 γραφεία ΟΕΥ

Υποστηρικτικά προς τις προσπάθειες ανάπτυξης των εξαγωγών ελληνικής μπίρας στη Γερμανία μπορούν, σύμφωνα πάντα με την ίδια έρευνα, να λειτουργήσουν τα εκατομμύρια Γερμανών τουριστών που επισκέπτονται κάθε χρόνο τη χώρα μας (ενδεικτικά άνω των 4 εκατ. το 2022 και 2023, άνω των 5 εκατ. το 2024), ειδικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν η κατανάλωση μπίρας αυξάνεται κατακόρυφα.

Η προσφορά καλής ποιότητας ελληνικής μπίρας και η συστηματική προσπάθεια γνωριμίας τους με ιδιαίτερες ελληνικές ετικέτες και γεύσεις θα συνέβαλαν αποφασιστικά στην εξοικείωσή τους με την ανερχόμενη ελληνική βιομηχανία ζύθου, διευκολύνοντας έτσι σταδιακά τη διείσδυση στη γερμανική αγορά.

Τέλος, σημειώνεται και υπογραμμίζεται η λειτουργία των τριών γραφείων ΟΕΥ στη Γερμανία, σε Βερολίνο, Μόναχο και Ντίσελντορφ, που καλύπτουν γεωγραφικά όλη τη γερμανική επικράτεια και υποστηρίζουν -εκ της αποστολής τους- τις προσπάθειες των ελληνικών/ελληνικών συμφερόντων επιχειρήσεων να εξάγουν ή να δραστηριοποιηθούν επιχειρηματικά στη Γερμανία.

ΟΙ ΕΓΧΩΡΙΟΙ «ΠΑΙΚΤΕΣ»

Στην Ελλάδα, σε μια αγορά η αξία της οποίας κυμαίνεται στα 600 εκατ. ευρώ, η Αθηναϊκή Ζυθοποιία (μέλος του ολλανδικού Ομίλου Heineken) θεωρείται η κυρίαρχη δύναμη, σε μια αγορά που μετρά, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Ελληνικής Ενωσης Ζυθοποιών, 72 ενεργές ζυθοποιίες κάθε μεγέθους.

Στο χαρτοφυλάκιό της διατηρεί πολλά ισχυρά brands (Heineken, Amstel, Αλφα κ.λπ.).
Το μερίδιό της υπολογίζεται μεταξύ 50%-55%, με την Ολυμπιακή Ζυθοποιία (μέλος της Carlsberg, με σήματα όπως το ομώνυμο και οι Μύθος, Fix κ.ά.) να «πιάνει» το 25%, με τις Ελληνική Ζυθοποιία Αταλάντης και Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης να ακολουθούν με μονοψήφια ποσοστά, με ένα 5,5% να αντιστοιχεί στην ιδιωτική ετικέτα και άλλο ένα 5,5% σε άλλες μικροζυθοποιίες.

Πωλήσεις μόλις 1,6 εκατ. ευρώ στη μεγάλη «πίτα» των 9 δισ. ευρώ

Οι διαφορές, δυστυχώς, παραμένουν χαώδεις. Συγκεκριμένα, ο κλάδος της ζυθοποιίας στη Γερμανία αποτελεί, αναμφισβήτητα, έναν από τους ισχυρότερους και πιο ιστορικούς της οικονομίας και της εγχώριας βιομηχανίας στο σύνολό της και όχι μόνο στον τομέα τροφίμων και ποτών.

Η συνολική του αξία, συνυπολογίζοντας την παραγωγή, τη διανομή και την πώληση προϊόντων ζύθου, εκτιμάται σε 9 δισ. ευρώ, ενώ οι απασχολούμενοι στους 30.000, σύμφωνα με την έρευνα που παρουσιάζει σήμερα η «DEALnews».

Το ευρύτερο αποτύπωμά του, οικονομικό, εργασιακό, αλλά και ιστορικό και κοινωνικό, είναι κεφαλαιώδες για τη γερμανική οικονομία: από τον πρωτογενή τομέα (παραγωγή πρώτων υλών), τη μεταποίηση και την τυποποίηση, έως τα κανάλια διανομής, τη διαφήμιση, τις πωλήσεις σε χοντρικό και λιανικό εμπόριο και τις εξαγωγές, την εστίαση και τη φιλοξενία, τον τουρισμό και τα φεστιβάλ κ.λπ.

Παρ’ όλα αυτά, η γερμανική ζυθοποιία δέχεται πιέσεις, πρώτον, από τις νέες τάσεις κατανάλωσης και υγιεινής διαβίωσης στην εγχώρια και παγκόσμια αγορά, δεύτερον, από τον αυξανόμενο ανταγωνισμό αναδυόμενων χωρών και βιομηχανιών και, τρίτον, από την προσφορά καινοτόμων, μη αλκοολούχων, ή και εξειδικευμένων (specialty) προϊόντων που αναπτύσσονται σε επίπεδο μικροζυθοποιίας.

Αντιμέτωπη με σταδιακή αλλά συνεχή συρρίκνωση των πωλήσεών της, η γερμανική ζυθοποιία έχει μπει σε διαδικασία βραδέων αλλαγών και μεταμόρφωσης.

Στον αντίποδα, ωστόσο, οι εξαγωγές παρουσιάζουν όχι απλώς σταθερότητα, αλλά και επιταχυνόμενη αύξηση, απορροφώντας σε σημαντικό βαθμό τις πιέσεις στην εγχώρια ζυθοποιία από τη μείωση και τη διαφοροποίηση των πωλήσεων στο εσωτερικό, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει η αύξηση της δημοτικότητας των προϊόντων άνευ ή χαμηλής περιεκτικότητας σε αλκοόλ, οι εξαγωγές -όπως και οι εγχώριες πωλήσεις- των οποίων κερδίζουν συνεχώς έδαφος. Οι γερμανικές εξαγωγές μπίρας κατάφεραν ήδη από το 2022 όχι απλώς να επανέλθουν, αλλά και να ξεπεράσουν τα επίπεδα προ πανδημίας, με τη σωρευτική αύξηση των εξαγωγών την τελευταία 2ετία να αγγίζει το 10%.

Το 2024 η χώρα μας εισήγαγε γερμανική μπίρα συνολικής αξίας περίπου 10,5 εκατ. ευρώ, υπερδιπλάσια μάλιστα σε αξία σε σύγκριση με το 2023 (4,7 εκατ. ευρώ).

ΤΟ ΚΟΝΤΡΑΣΤ

Ως μία από τις μεγαλύτερες αγορές μπίρας του κόσμου και μεγαλύτερος καταναλωτής μπίρας στην Ευρώπη, αλλά και ως χώρα ιστορικά συνδεδεμένη με την κουλτούρα του ζύθου, η Γερμανία βρίσκεται πάντα στο «στόχαστρο» των ζυθοποιών όλου του κόσμου.
Το 2024 εισήγαγε προϊόντα μπίρας συνολικής αξίας 450 εκατ. ευρώ σχεδόν, με τις εισαγωγές να προσεγγίζουν, διαχρονικά, το μισό δισ. ευρώ, με αυξητικές τάσεις τα τελευταία χρόνια.

Οπως αποκαλύπτει η σχετική κατάταξη, και οι 10 κύριοι προμηθευτές μπίρας της γερμανικής αγοράς το 2024 προέρχονταν από την ευρωπαϊκή ήπειρο και δη από την κεντρική και βορειοδυτική Ευρώπη: κατά σειρά Δανία, Τσεχία, Ολλανδία, Βέλγιο, Αυστρία, Πολωνία, Ιρλανδία, Γαλλία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο κάλυψαν περίπου το 95% των αναγκών της εγχώριας αγοράς σε εισαγόμενη μπίρα, ενώ χαρακτηριστικά οι επτά εξ αυτών, με εξαίρεση τις Ιρλανδία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο, συνορεύουν άμεσα με τη Γερμανία και σχεδόν όλες, εξαιρουμένης της Σουηδίας και της Γαλλίας, έχουν βαθιά και διεθνώς αναγνωρισμένη παράδοση στη ζυθοποιία και παγκόσμια brands.

Η Ελλάδα εξήγαγε στη Γερμανία το 2024 προϊόντα ζύθου αξίας μόλις 1,6 εκατ. ευρώ (περίπου το 15,3% των αντίστοιχων εισαγωγών μας ή 1/6,5 σε αναλογία εξαγωγών/εισαγωγών), καταλαμβάνοντας παρ’ όλα αυτά τη 14η θέση μεταξύ των κύριων προμηθευτών της γερμανικής αγοράς.

Της 6ης μεγαλύτερης στον κόσμο από άποψη συνολικής κατανάλωσης μπίρας το 2024, μετά τις Κίνα, ΗΠΑ, Βραζιλία, Μεξικό και Ρωσία, και 7η ως προς την κατά κεφαλήν κατανάλωση, όπου τις προηγούμενες θέσεις καταλαμβάνουν κατά σειρά: Τσεχία, Αυστρία, Πολωνία, Ιρλανδία, Λιθουανία και Ισπανία.

* Η ΣΥΝΤΑΞΗ της έρευνας έγινε από τους:
• Χαράλαμπο Παπαδόπουλο, Σύμβουλος ΟΕΥ Β’
• Μαρία Μουσουράκη, γραμματέας ΟΕΥ Β’
• Γεώργιο Μεχτερίδη, επιστ. συνεργάτης Γρ. ΟΕΥ
ΤΗΝ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ είχε η Ρέα Τσιτσάνη, σύμβουλος ΟΕΥ Α’

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 9/1/2026)

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ