Σε μια οικονομία, ειδικά με τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά όπως της ελληνικής, ένας βασικός δείκτης για το αν «κυκλοφορεί» χρήμα στην αγορά και το διαθέσιμο εισόδημα αυξάνεται είναι οι πωλήσεις στα καταστήματα και η έξοδος για φαγητό.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι ιδίως την τελευταία διετία τα νοικοκυριά πιέζονται οικονομικά από την παρατεταμένη ακρίβεια και την αυξημένη φορολογική επιβάρυνση, με αποτέλεσμα να περιορίζουν τις αγορές και να μειώνουν τις εξόδους τους, μετρώντας κάθε ευρώ που δαπανούν.
Αυτή η επιφυλακτικότητα των καταναλωτών πιέζει τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες στον κλάδο του λιανεμπορίου και της εστίασης, οικογενειακές επιχειρήσεις στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την πτώση ή τη στασιμότητα, στην καλύτερη περίπτωση, του τζίρου, όταν την ίδια στιγμή το κόστος λειτουργίας (ενεργειακό, ενοίκια, πρώτες ύλες κ.λπ.) έχει ανέβει σημαντικά. Αυτή η κατάσταση τους θέτει μπροστά σε ένα μεγάλο δίλημμα: ανεβάζω τις τιμές για να καλύψω τα αυξημένα κόστη, με κίνδυνο να χάσω πελατεία, ή συγκρατώ τις τιμές όσο μπορώ, περιορίζοντας όμως σημαντικά το περιθώριο κέρδους; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, δηλαδή…
Η επιστροφή των πολιτών από τη θερινή ραστώνη αποτέλεσε μια ψυχρολουσία για την αγορά, καθώς, όπως έδειξαν τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., ο Γενικός Δείκτης Ογκου (κύκλος εργασιών σε σταθερές τιμές), κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2025, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του Σεπτεμβρίου 2024, παρουσίασε πτώση 1,7%, ενώ σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του Αυγούστου 2025 κατέγραψε μείωση 8,1%. Μάλιστα, η μείωση των πωλήσεων αφορούσε και τα καταστήματα τροφίμων (-3,6% σε ετήσια βάση). Ακόμα και ο εποχικά διορθωμένος Γενικός Δείκτης Ογκου (προκειμένου να απαλειφθεί η επίδραση εποχικών γεγονότων όπως έναρξη σχολικής περιόδου, εορτές, τουριστική περίοδος κ.λπ.) κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2025, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη του Αυγούστου 2025, παρουσίασε μείωση 1,9%.
Ομως το πρόβλημα για το λιανεμπόριο, ιδίως τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις, έχει αρχίσει εδώ και καιρό. Η ανάλυση του ΙΝΕΜΥ της ΕΣΕΕ στα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για την εξέλιξη του κύκλου εργασιών στα καταστήματα του λιανικού εμπορίου (εκτός τροφίμων /οχημάτων/καυσίμων) στο τρίτο τρίμηνο του έτους και συνολικά το εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2025 είναι αποκαλυπτική όχι μόνο για την οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν οι μικρομεσαίοι, αλλά και για τον δυϊσμό που παρατηρείται στον χώρο του λιανεμπορίου, καθώς οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις τα πηγαίνουν καλύτερα από τις μικρότερες:
• Σε όρους απόλυτων μεγεθών, η αύξηση του κύκλου εργασιών για το γ’ τρίμηνο ανήλθε σε 199,3 εκατ. ευρώ, με το συνολικό τζίρο της περιόδου να διαμορφώνεται σε 7,2 δισ. ευρώ, από 7 δισ. ευρώ το ίδιο διάστημα πέρυσι.
• Αντίστοιχα, η αύξηση του κύκλου εργασιών για το α’ εννεάμηνο ανήλθε σε 370,4 εκατ. ευρώ, με το συνολικό τζίρο της περιόδου να διαμορφώνεται σε 19,7 δισ. ευρώ από 19,3 δισ. ευρώ το ίδιο διάστημα πέρυσι. Ομως η αύξηση του κύκλου εργασιών σε επίπεδο εννεαμήνου είναι η χαμηλότερη από το 2020 έως σήμερα.
• Τα παραπάνω δεδομένα προκαλούν ανησυχία, καθώς ο «πυρήνας» του λιανικού εμπορίου φαίνεται πως δεν είναι σε θέση να αξιοποιήσει πλήρως τα οφέλη από την ενίσχυση των τουριστικών ταξιδιωτικών εισπράξεων, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 7,7% και κατά 9% το γ’ τρίμηνο και το α’ εννεάμηνο, αντίστοιχα.

«Λείπουν» 750 εκατ. ευρώ από τα καταστήματα για να καλυφθεί το υψηλό λειτουργικό κόστος
Σύμφωνα με το ΙΝΕΜΥ της ΕΣΕΕ, το δ’ τρίμηνο του 2024 ο κύκλος εργασιών για το λιανικό εμπόριο εκτός τροφίμων/οχημάτων/καυσίμων διαμορφώθηκε σε 7,4 δισ. ευρώ. Με βάση τη μέχρι τώρα εξέλιξη του εν λόγω τζίρου και το γεγονός ότι το δ’ τρίμηνο είναι το κρισιμότερο σε πωλήσεις για τις περισσότερες επιχειρήσεις (Black Friday, εορταστική περίοδος), ο κύκλος εργασιών για το τελευταίο τρίμηνο του 2025 θα πρέπει να ανέλθει σε τουλάχιστον 8,2 δισ. ευρώ (αύξηση 10%), ώστε οι επιχειρήσεις να καλύψουν το αυξημένο λειτουργικό κόστος και να εξασφαλίσουν, βραχυπρόθεσμα, τη βιωσιμότητά τους. Με άλλα λόγια, λείπουν από την αγορά περί τα 750 εκατ. ευρώ τζίρου, ο οποίος πρέπει να «βρεθεί» μέσα στις επόμενες τέσσερις εβδομάδες.
Το εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2025 ο κύκλος εργασιών στο λιανικό εμπόριο σε πραγματικές τιμές συρρικνώνεται σε σχέση με το α’ εννεάμηνο του 2024 (-0,6%). Η ανησυχητική όμως εξέλιξη έγκειται στο γεγονός ότι ο τζίρος βαίνει μειούμενος τα τελευταία τρία έτη και μάλιστα με επιταχυνόμενο ρυθμό.
Οι επιχειρήσεις που διαφοροποιήθηκαν είναι σίγουρα οι μεγάλες, καθώς κατέγραψαν ισχυρή ενίσχυση των πωλήσεών τους (8,5%) ακόμα και μετά τη διόρθωση ως προς την επίπτωση του πληθωρισμού (+5,8%). Ακόμα και με σχετικά ικανοποιητική αύξηση του κύκλου εργασιών οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν να αντιμετωπίσουν ένα διαρκώς αυξανόμενο λειτουργικό κόστος.
Αντίθετα, το σύνολο των ΜμΕ εμφάνισε στασιμότητα (-0,1%) στον κύκλο εργασιών, η οποία, αφού αφαιρεθούν οι ανοδικές επιδράσεις του πληθωρισμού, μετατρέπεται σε αξιόλογη πτώση των πωλήσεων (-2,6%). Ως εκ τούτου, η ανάγκη για αύξηση του κύκλου εργασιών για τις ΜμΕ καθίσταται περισσότερο από επιτακτική.
Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις εμφανίζουν στασιμότητα πωλήσεων σε σχέση με την ίδια περίοδο του 2024, ενώ μετά τη διόρθωση ως προς τον πληθωρισμό οι πραγματικές πωλήσεις είναι κατά 2,6% χαμηλότερες από τις αντίστοιχες περσινές.
Οι μικρές επιχειρήσεις φαίνεται να πιέζονται περισσότερο, καθώς υποχώρηση των πωλήσεων (-2,3%) καταγράφηκε ακόμα και σε ονομαστικές τιμές.
Σε σαφώς καλύτερη κατάσταση είναι οι μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες ακόμα και μετά τη διόρθωση για τον πληθωρισμό είδαν τον πραγματικό τους τζίρο να ενισχύεται κατά 0,8%.


Εντυπωσιακή αύξηση των πωλήσεων στα μεταχειρισμένα
Οι μεταβολές στις επιμέρους κατηγορίες του λιανικού εμπορίου δείχνουν τους χαμένους και τους κερδισμένους στο λιανεμπόριο, αλλά και τις καταναλωτικές προτιμήσεις των νοικοκυριών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., εντυπωσιακή είναι η πολύ ισχυρή ποσοστιαία αύξηση στην κατηγορία «Λιανικό Εμπόριο μεταχειρισμένων ειδών σε καταστήματα», καθώς σε σύγκριση με το πρώτο εννεάμηνο του 2024 ο τζίρος αυξήθηκε κατά +36,3%, ενώ σε σχέση με το πρώτο εννεάμηνο του 2022 η αύξηση φτάνει το 113,8%, δηλαδή έχουμε υπερδιπλασιασμό στις πωλήσεις. Στοιχείο που σηματοδοτεί μια ανακατεύθυνση των καταναλωτών σε πιο φθηνά προϊόντα. Επίσης και το λιανικό εμπόριο άλλων ειδών σε υπαίθριους πάγκους και αγορές έχει σημειώσει αύξηση σχεδόν κατά 28% σε σύγκριση με το πρώτο εννεάμηνο του 2022.
Αντίθετα, τη μεγαλύτερη πτώση τζίρου για το α’ εννεάμηνο του έτους, σε σύγκριση με πέρσι, κατέγραψαν τα καταστήματα «Τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού» (-12,2%), «Εφημερίδων και γραφικής ύλης» (-5,4%), «Χαλιών, κιλιμιών και επενδύσεων δαπέδου» (-4,7%) και «Υποδημάτων και δερμάτινων ειδών» (-4,4%).
Μείωση του τζίρου στον κλάδο της σίτισης τον τελευταίο χρόνο
Σοβαρός προβληματισμός επικρατεί στους επιχειρηματίες στον κλάδο της εστίασης, καθώς βλέπουν τον τζίρο να μειώνεται ακόμα και σε τρέχουσες τιμές από το τέταρτο τρίμηνο του 2024, ενώ σε όρους όγκου είναι χαμηλότερος σε σύγκριση με το 2023.
Οπως δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., στο σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου των Υπηρεσιών Εστίασης ο κύκλος εργασιών το τρίτο τρίμηνο 2025 σημείωσε πτώση κατά 1,7% σε σχέση με το τρίτο τρίμηνο 2024. Αυτή η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα αρνητική, καθώς δείχνει ότι ο τζίρος μειώθηκε την περίοδο που η τουριστική κίνηση στη χώρα μας κορυφώθηκε. Πρόκειται για το τέταρτο συνεχή τρίμηνο με πτώση του τζίρου σε τρέχουσες τιμές (δ’ τρίμηνο 2024 -3,5%, α’ τρίμηνο 2025 -7,6%, β’ τρίμηνο 2025 -2,6%, τρίτο τρίμηνο 2025 -1,7%), στοιχείο που δείχνει ότι το φαινόμενο δεν είναι συγκυριακό.
Σε επίπεδο εννεαμήνου ο τζίρος σημειώνει πτώση κατά 3,3% σε τρέχουσες τιμές, σε σχέση με το αντίστοιχο εννεάμηνο του 2024, που σημαίνει ότι σε πραγματικές τιμές η πτώση είναι ακόμα μεγαλύτερη, καθώς ο πληθωρισμός σε εστιατόρια, καφενεία, κυλικεία και ζαχαροπλαστεία κινείται με ρυθμό άνω του 6,5% τον τελευταίο χρόνο.
Σε σύγκριση με το εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2023 ο κύκλος εργασιών στην εστίαση παρουσιάζει οριακή άνοδο κατά 0,6% σε τρέχουσες τιμές, ενώ σε πραγματικές κινείται σε έντονα αρνητικό έδαφος.
ΑΠΟΨΗ: Οι μικρές επιχειρήσεις στο στόχαστρο της κυβέρνησης
Του Μάκη Ντόβολου
Η καθημερινότητα της πλειονότητας των πολιτών έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις επικοινωνιακές προσπάθειες της κυβέρνησης να δημιουργήσει μια εικονική πραγματικότητα ευημερίας, η οποία αφορά όλο και λιγότερους. Τα νοικοκυριά πιέζονται οικονομικά και αυτό τους οδηγεί στο να μειώσουν τις αγορές τους, να στραφούν σε πιο φθηνά, ακόμα και σε μεταχειρισμένα είδη, να περιορίσουν ακόμα και αυτήν την παραδοσιακή έξοδο σε κατάστημα εστίασης.
Θύματα είναι και η μεγάλη μάζα των μικρομεσαίων επιχειρηματιών στον χώρο του λιανεμπορίου και της εστίασης, οι οποίοι έχουν να διαβούν μέσα από συμπληγάδες: μείωση των εσόδων και της κερδοφορίας, με ταυτόχρονη εκτόξευση του κόστους λειτουργίας.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν έχουν θέση στο «νέο» παραγωγικό μοντέλο που ευαγγελίζεται η κυβέρνηση, τη στιγμή που θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται ως ένας από τους πυλώνες της οικονομικής ανάπτυξης, με κατάλληλη στήριξη, κίνητρα και χρηματοδότηση.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 5/12/2025)





