SOS για το ελληνικό βαμβάκι

Οι βαθιές πληγές του «Daniel»: Πώς «χάθηκαν» 158 εκατ. ευρώ σε μία χρονιά για τις τρεις μεγαλύτερες ελληνικές εκκοκκιστικές επιχειρήσεις

ΘΕΜΑ «DEALnews»: Οι αριθμοί που προκαλούν σοκ για την εγχώρια παραγωγή. Η μεγάλη πτώση των εσόδων, το «γύρισμα» σε ζημίες και οι προβλέψεις για ανάκαμψη

Του ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΣΜΕΤΑΤΟΥ

Απώλειες δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ μετρούν οι εκκοκκιστικές επιχειρήσεις σε μια χώρα όπου το βαμβάκι είχε θεωρηθεί, όχι πολύ παλιά, ως ο «λευκός χρυσός» της ελληνικής γης.
Οι βαθιές πληγές τις οποίες προκάλεσε η προπέρσινη θεομηνία στις επιχειρήσεις του κλάδου δεν έχουν ακόμη επουλωθεί, όπως προκύπτει από τα διαθέσιμα οικονομικά στοιχεία, εν αναμονή βέβαια των… επόμενων ανακοινώσεων. Με αφορμή την «μαύρη επέτειο» των δυο χρόνων από τον Σεπτέμβριο του 2023 (η κακοκαιρία Daniel ξεκίνησε 4/9), που ξυπνά δυσάρεστες μνήμες, η «DEAL NEWS» κάνει μια έρευνα για τα μαγάλα προβλήματα τα οποία υπάρχουν ακόμα. Με τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα από τις κυβερνήσεις να αποτελεί μόνιμο ζητούμενο στην Ελλάδα, η προσπάθεια των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών (σε όλη την αλυσίδα που έπεται) για να «συνέλθουν» από το βαρύ χτύπημα βρίσκεται σε εξέλιξη.
Τα αποτελέσματά της θα καταγραφούν στην πορεία…

Παρένθεση: Η εκκόκκιση θεωρείται το πρώτο στάδιο επεξεργασίας του βαμβακιού μετά την πρωτογενή παραγωγή και την αγροτική καλλιέργεια.

Εκκοκκισμός ονομάζεται η διαδικασία διαχωρισμού των συστατικών που περιέχονται στο άνθος του σύσπορου βαμβακιού, που είναι το νήμα και ο βαμβακόσπορος.
Από το νήμα παράγεται κλωστή και τελικά ύφασμα, ενώ από τον βαμβακόσπορο, ύστερα από κατάλληλη επεξεργασία, μπορεί να παραχθεί βαμβακέλαιο και βαμβακόπιτα (είδος ζωοτροφής).

Το σημερινό ρεπορτάζ της «DEALnews» αποκαλύπτει ότι μέσα σε χρονικό διάστημα ενός μόνο έτους «χάθηκαν» για τις τρεις μεγαλύτερες ελληνικές εταιρίες εκκοκκισμού βάμβακος αθροιστικά έσοδα ύψους 158 εκατ. ευρώ και ταυτόχρονα σημειώθηκαν μεγάλες ζημίες στους ισολογισμούς τους.

Οι Ομιλοι Βιολάρ, Μάρκου και Καραγιώργου συμπεριλαμβάνονται στην εγχώρια «ελίτ» των επιχειρήσεων, με ισολογισμούς πάνω από το «φράγμα» των 100 εκατ. ευρώ (οι ίδιες έχουν αρκετά υψηλότερα έσοδα), και, όπως φαίνεται από τους αριθμούς, ο συνολικός τζίρος τους «καταποντίστηκε» από τα 667,60 εκατ. ευρώ το 2023 στα 509,63 εκατ. μόλις το 2024.
Ενα από τα απτά παραδείγματα που επιβεβαιώνουν ένα γενικότερο (και μεγαλύτερο) πρόβλημα αποτελεί η κάθετη πτώση των οικονομικών μεγεθών της Βιολάρ Βιομηχανία Βάμβακος & Δημητριακών Καρπών Α.Ε.

Στη χρήση του 2023 ο θεσσαλικός όμιλος, με ιστορία από το 1955 (όταν ιδρύθηκε από την οικογένεια Μάρκου) στον εκκοκκισμό και το εμπόριο βάμβακος στην Ελλάδα, εμφάνισε τους ισχυρότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε επίπεδο εσόδων και κερδοφορίας.
Ο κύκλος εργασιών της ανήλθε σε 232,72 εκατ. ευρώ, τότε, από 214,31 εκατ. ευρώ (+9%) το 2022, με κέρδη προ φόρων 20,9 εκατ. ευρώ, από 6,32 εκατ. ευρώ (+231%).

Το 2024 όμως ήρθαν τα πάνω κάτω. Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσιευμένες (εντός του 2025) οικονομικές καταστάσεις της, στη χρήση 1/7/2023-30/6/2024 ο τζίρος της «καθηλώθηκε» στα 188,77 εκατ. ευρώ (μείωση -18,88%), με τα καθαρά κέρδη προ φόρων να «γυρίζουν» σε ζημίες -1,78 εκατ. ευρώ (από 20,9 εκατ. ευρώ), με πτώση -108,54%!
«Η ζημία της χρήσης οφείλεται κυρίως στις επιπτώσεις της κακοκαιρίας “Daniel” που έπληξε την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας τον Σεπτέμβριο του 2023 και προκάλεσε σημαντικές καταστροφές στους αγρότες παραγωγούς, με συνέπεια να συρρικνωθούν δραματικά η παραγωγή και η παράδοση σύσπορου βαμβακιού στα εκκοκκιστήρια. Η μειωμένη παραγωγή, σε συνδυασμό με τη μείωση της τιμής πώλησης του εκκοκκισμένου βάμβακος παγκοσμίως, η διατήρηση των λειτουργικών εξόδων της εταιρίας στα ίδια επίπεδα και η δραματική αύξηση του χρηματοοικονομικού κόστους (υψηλότερα επιτόκια δανεισμού) είχαν ως συνέπεια τη μείωση των πωλήσεων της χρήσης και κατ’ επέκταση το ζημιογόνο αποτέλεσμα της χρήσης της» σημειώνει η διοίκηση.

Ως προς την προβλεπόμενη πορεία της εταιρίας, επισημάνθηκε ότι αναμένεται μια σταθερότητα και μια μικρή αύξηση στις πωλήσεις, ικανές να της διασφαλίσουν τη δυνατότητα «να διαφυλάξει στο μέγιστο δυνατό την κανονικότητα της λειτουργίας και των εσόδων της», με παράλληλη μείωση στα κόστη της.

Η εταιρία παράγει προϊόντα εκκοκκιστηρίου (εκκοκκισμένο βαμβάκι και βαμβακόσπορος) και εμπορεύεται εγχώρια γεωργικά προϊόντα, δημητριακά, γεωργικά φάρμακα και λιπάσματα.
Είναι μέλος της Διεθνούς Ενωσης Βάμβακος (ICA) από το 2000 και εκτός από το εσωτερικό της χώρας πουλάει τα προϊόντα της σε περισσότερες από 30 χώρες σε Ευρώπη, Ασία, Αμερική και Αφρική.

Η «ΒΟΥΤΙΑ» ΚΑΙ ΤΟ COMEBACK

Μεγάλη «βουτιά» καταγράφηκε και στα οικονομικά μεγέθη της Κ.Β. Μάρκου ΑΒΕΕ (Λιβαδειά), η οποία, επίσης, παράγει προϊόντα εκκοκκιστηρίου (εκκοκκισμένο βαμβάκι και βαμβακόσπορος) και σπορελαιουργείου (βαμβακέλαιο και βαμβακόπιτα) και εμπορεύεται εγχώρια γεωργικά προϊόντα, δημητριακά, γεωργικά φάρμακα και λιπάσματα σε πάνω από 30 κράτη, στις τέσσερις ηπείρους, με ιστορία από τα 50s.

Το 2023 «έπεσε» στα 169,82 εκατ. ευρώ, από 175,61 εκατ. ευρώ το 2022 (-3%), με κέρδη προ φόρων αντίστοιχα 5,2 εκατ. ευρώ από 12,33 εκατ. ευρώ (-58%).

Στη χρήση 1/7/2023-30/6/2024, που αναρτήθηκε στο ΓΕΜΗ το 2025, τα έσοδά της συρρικνώθηκαν περαιτέρω στα 130,12 εκατ. ευρώ (-23,38%) και τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν μόλις σε 240.571,65 ευρώ.

Κι εδώ η μείωση αποδόθηκε στην κακοκαιρία «Daniel», με πρόβλεψη για σταθεροποίηση, μικρή αύξηση των πωλήσεων και ομαλοποίηση της πορείας της.

«Λαβωμένος» βγήκε και ο Ομιλος Εκκοκκιστήρια Βάμβακος – Σπορελαιουργεία Αδελφοί Ν. Καραγιώργου ΑΒΕΕ από τη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για άλλη μία από τις μεγαλύτερες εκκοκκιστικές εταιρίες στην Ελλάδα, η οποία ιδρύθηκε το 1951.

Στη χρήση του 2023 εμφάνισε έσοδα 265,06 εκατ. ευρώ, από 258,52 εκατ. ευρώ (+3%), με κέρδη προ φόρων 6,87 εκατ. ευρώ, από 31,02 εκατ. ευρώ (-78%).

Για την περίοδο που ολοκληρώθηκε στις 30/6/2024 ανακοίνωσε κύκλο εργασιών 190,74 εκατ. ευρώ με την πιο μεγάλη πτώση, με αποτέλεσμα προ φόρων ζημίες -4,5 εκατ. (από 8,87 εκατ. ευρώ).

Σημειώνεται, ωστόσο, ότι «όπως συνάγεται από την πορεία των εργασιών του ομίλου και της εταιρίας κατά την τρέχουσα εταιρική χρήση 2025, αναμένεται να επανέλθουν σε κερδοφόρο πορεία, πλην όμως οι προοπτικές και τα αποτελέσματα εν γένει αυτής τελούν σε άμεση συνάρτηση με την κατάσταση και τις συνθήκες που επικρατούν αφενός μεν στην εγχώρια αφετέρου δε στην παγκόσμια αγορά και οικονομία».

Τα… 40 κύματα ενός κλάδου

Από «40 κύματα» πέρασε ο κλάδος του εκκοκκισμού βάμβακος στην Ελλάδα, καθώς η κακοκαιρία «Daniel» προκάλεσε μεν μεγάλα προβλήματα στην παραγωγή, τα οποία αποτυπώθηκαν στις μετέπειτα οικονομικές καταστάσεις των επιχειρήσεων του τομέα, αλλά αυτά δεν ήταν, δυστυχώς, τα μόνα.

Μεταξύ άλλων, ο Ομιλος Εκκοκκιστήρια Βάμβακος – Σπορελαιουργεία Αδελφοί Ν. Καραγιώργου ΑΒΕΕ αναφέρεται στη σχετική έκθεση που δημοσίευσε φέτος στην «αρχικώς διαφαινόμενη ανάκαμψη στα προπανδημικά επίπεδα, η οποία συνοδεύτηκε από την αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων», αλλά «αναχαιτίστηκε εν μέρει από τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και την ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης σε ορισμένους κλάδους» ως συνέπεια και της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Τονίζεται, ακόμα, μια σειρά άλλων αιτιών, όπως «η αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής, η σταδιακή απόσυρση της δημοσιονομικής στήριξης, ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός, το υψηλό χρέος, η συνεχιζόμενη, αν και με μειωμένη πλέον ένταση, πολεμική σύρραξη μεταξύ της Ρωσίας – Ουκρανίας, αλλά και η πολεμική σύρραξη στη Λωρίδα της Γάζας», που επέφεραν επιπτώσεις στην παγκόσμια σταθερότητα και ασφάλεια.

Η ενεργειακή κρίση που προηγήθηκε, οι πληθωριστικές πιέσεις που επηρεάζουν τις τιμές των πρώτων υλών, των τροφίμων και λοιπών καταναλωτικών αγαθών, τα υψηλά επίπεδα των ευρωπαϊκών επιτοκίων επηρέασαν αναπόφευκτα την πορεία της ελληνικής οικονομίας και είχαν, όπως επισημαίνεται, «ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο τόσο στο κόστος παραγωγής και την κερδοφορία των επιχειρήσεων όσο και στο διαθέσιμο εισόδημα και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών».

Θέματα φυσικά που δεν αφορούν μόνο έναν κλάδο της, αλλά ολόκληρη την ελληνική αγορά. Για κάποιους, βέβαια, οι συνέπειες ήταν σοβαρότερες…

Οι βαριές πληγές και τα λουκέτα της εγχώριας κλωστοϋφαντουργίας

Τα προβλήματα που ενέσκηψαν στην παραγωγή του βαμβακιού και στις επιχειρήσεις που κάνουν τον εκκοκκισμό του αποτελούν την μια όψη του ίδιου νομίσματος. Η άλλη είναι ο μεγάλος «ανήφορος» που αναγκάστηκαν να ανέβουν οι περισσότερες από τις νηματουργίες της χώρας από τα χρόνια της ύφεσης και εξακολουθούν σε αρκετά μεγάλο βαθμό να το πράττουν μέχρι σήμερα.

Σε μια πορεία γεμάτη εμπόδια, που, δυστυχώς, συνοδεύτηκε από οδυνηρά λουκέτα για ομίλους με ιστορία στον κλάδο τους, οι οποίες κάποτε μεσουρανούσαν στην αγορά, χωρίς μάλιστα να αποφύγουν κάποιοι και την εμπλοκή τους στη διαδικασία των πλειστηριασμών για την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων τους, λόγω των υψηλών οφειλών τους.

Εταιρίες με πορεία δεκαετιών, οι οποίες δεν άντεξαν στις σφοδρές πιέσεις και κατέρρευσαν, βλέπουν ακόμη και φέτος ή με τη νέα χρονιά να προγραμματίζονται νέα «σφυριά» μέχρι και για ολόκληρα εργοστάσιά τους!

Τα υπέρογκα κόστη για τη λειτουργία τους, ο «πόλεμος τιμών» από κράτη με φθηνό εργατικό δυναμικό και άλλες αιτίες, σε συνδυασμό με τις απανωτές κρίσεις (πρώτα η οικονομική και στη συνέχεια η πανδημία, το ενεργειακό «κραχ», ο πληθωρισμός και η εκτίναξη στα έξοδα), «συμπαρέσυραν» επί σειρά ετών βαριά ονόματα του παρελθόντος όπως, π.χ., τα δύο ηχηρά λουκέτα του 2024 στη βόρεια Ελλάδα, αυτά της Νήματα Βαρβαρέσος στη Νάουσα και της εταιρίας παραγωγής υφασμάτων Fieratex στο Κιλκίς, και παλαιότερα της Ενωμένης Κλωστοϋφαντουργίας, της ΕΛΥΦ κ.ά. και όσο πάει κανείς πίσω στον χρόνο συναντά και άλλα ονόματα, καθώς τα «αγκάθια» για τον κλάδο θεωρούνται μάλλον… διαχρονικά, με την κατάσταση να επιδεινώνεται όσο δεν εξασφάλιζε αυτός την απαιτούμενη στήριξη και από το ελληνικό κράτος.

Στα προϋπάρχοντα ζητήματα ήρθε να προστεθεί και η απότομη υποχώρηση της ζήτησης προϊόντων από τις ευρωπαϊκές αγορές, με αποτέλεσμα ένας μεγάλος αριθμός εισηγμένων και μη εταιριών του κλάδου στην Ελλάδα να οδηγηθεί σε ζημίες και απώλειες.

Σε αναστολή διαπραγμάτευσης περιήλθε το προηγούμενο διάστημα, μεταξύ άλλων, και η μετοχή της Επίλεκτος (η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή νημάτων, στα εκκοκκιστήρια και στις εναλλακτικές πηγές ενέργειας στη Θεσσαλία), με τη διοίκησή της να μπαίνει σε διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές της, με στόχο την αναδιάρθρωση και το κούρεμα των υποχρεώσεών της, σε μια συνεχή «μάχη» για την επιβίωσή της επιχείρησης…

Σε άλλες περιπτώσεις, εταιρίες του χώρου κατάφεραν να σταθούν στα πόδια τους, αν και ορισμένες υποχρεώθηκαν να διακόψουν τη λειτουργία παραγωγικών μονάδων τους και πολλοί από τους επιχειρηματίες του κλάδου επικαλούνται κακούς χειρισμούς, σε εποχές που αν είχαν αποφευχθεί τα λάθη, ίσως τώρα τα πράγματα να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά. Καλύτερα δηλαδή για όλους, για τον πρωτογενή τομέα, τη μεταποίηση, αλλά και για την ελληνική οικονομία.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ «ΚΑΤΗΦΟΡΟΥ»

Ο «κατήφορος» του τομέα της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας αποδόθηκε από παράγοντες της αγοράς, ανάμεσα σε άλλα, στο εγχώριο μοντέλο ανάπτυξης που βασίστηκε πολύ σε υπηρεσίες και στην κατανάλωση μέσω δανεισμού, με την παραγωγή να περνά σε δεύτερη και σε τρίτη μοίρα. Ο κλάδος πλήρωσε, λένε, και το προ ύφεσης άνοιγμα του εμπορίου με την Ασία δίχως τα κατάλληλα «αντίβαρα», όπως, π.χ., θα ήταν η παροχή κοινοτικών κονδυλίων για τον εκσυγχρονισμό του, τα ενεργειακά κόστη που «γονάτιζαν» τις επιχειρήσεις και πριν από τη μεγάλη οικονομική κρίση, την αδυναμία αξιοποίησης επενδυτικών κινήτρων, τις δυσκολίες στην πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία κ.λπ.
Οπως αναφέρουν, κυβερνήσεις και υπουργοί άργησαν να αντιληφθούν τη σημασία της παραγωγής για την οικονομία της Ελλάδας και… θυμήθηκαν με καθυστέρηση πολλών χρόνων να αναζητήσουν μέτρα και τρόπους για να της προσφέρουν «ανάσα», και πάλι με αμφιβολίες.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (ΦΥΛΛΟ 12/9/2025)

Advertisement 5

Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 5
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ