ΕΡΕΥΝΑ «DEALnews»: Ακριβότερο το καλάθι ακόμα και σε σχέση με την εποχή της κρίσης

Πηγαίνουμε περισσότερες φορές στα σούπερ μάρκετ, αγοράζουμε… λιγότερα - Στα 20ευρώ η αξία της μέσης απόδειξης σήμερα (15 ευρώ χωρίς τον πληθωρισμό), έναντι 18 ευρώ το 2010

Από 16 ευρώ έως 25 ευρώ το εύρος του μ.ό. των αγορών, ανάλογα με το μέγεθος των καταστημάτων της κάθε αλυσίδας. Τα ψώνια του μήνα, που «σπάνε» έως και σε επτά «δόσεις», και η δυσανάλογη πορεία των… μισθών 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΣΜΕΤΑΤΟΥ 

Οι τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ έχουν πάρει «φωτιά», αλλά και σε μια σειρά άλλων προϊόντων ή υπηρεσιών, με την ακρίβεια να «γονατίζει» εκατομμύρια νοικοκυριά στην Ελλάδα. Η διαφορά σε σχέση με την κατανάλωση σε άλλα πεδία της αγοράς είναι ότι μια μέση οικογένεια δύσκολα θα «κόψει» από το φαγητό ή από είδη πρώτης ανάγκης και θέλοντας ή μη θα επισκεφθεί αρκετές φορές τα καταστήματα του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων.

Να αργήσει κάποιος να αγοράσει καινούργια παπούτσια ή ρούχα, να αφήσει το αυτοκίνητο και να κυκλοφορήσει π.χ. με μετρό για να εξοικονομήσει ημερήσια κόστη από τη βενζίνη, να μην πάει στην ταβέρνα ή ακόμα περισσότερο ούτε διακοπές, φαίνονται, θεωρητικά, πιο εύκολες επιλογές από το να αποφύγει το σούπερ μάρκετ.

Από την άλλη, το «γεμάτο καρότσι» αποτελεί… ανάμνηση άλλων εποχών, καθώς σήμερα μπορεί να αναγκαστεί να πληρώσει ένας καταναλωτής μέχρι και 150-200 ευρώ στο ταμείο του καταστήματος μιας αλυσίδας σούπερ μάρκετ για να καλύψει ένα στοιχειώδες κόστος μερικών ημερών για τη διατροφή των μελών της οικογένειάς του και αυτό είναι μισογεμάτο.

Γενικά, η λέξη καρότσι δεν χρησιμοποιείται πλέον τόσο συχνά όσο παλαιότερα όσον αφορά τα ψώνια. Η πλειονότητα των καταναλωτών αναφέρεται σε καλάθι.

Σε πρόσφατο ρεπορτάζ της «DEALnews» ο γενικός διευθυντής της Ενωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας Απόστολος Πεταλάς αποκάλυψε ότι το μέσο καλάθι στην Ελλάδα (αν πάρουμε, δηλαδή, όλες τις αποδείξεις των καταναλωτών από τα σούπερ μάρκετ μιας ολόκληρης χρονιάς και τις διαιρέσουμε διά του αριθμού τους) σε αξία πέφτει κάτω και από τα 20 ευρώ.

Σε ένα εύρος μάλιστα το οποίο κυμαίνεται, όπως προκύπτει από μια μίνι έρευνα αγοράς από διαθέσιμα στοιχεία και όσα λέγονται από παράγοντες αυτής, από 16 ευρώ έως 25 ευρώ, ανάλογα με την αλυσίδα και το μέγεθος των καταστημάτων της καθεμίας.

Διότι άλλο μέσο καλάθι καταγράφεται για μια επιχείρηση που διαθέτει σειρά από υπερ-μάρκετ και άλλο για μια η οποία διατηρεί στο χαρτοφυλάκιό της μικρότερα καταστήματα…

Δυστυχώς, όμως, τα χειρότερα, κατά τα φαινόμενα, δεν έχουν έρθει. Διότι ο πληθωρισμός συνεχίζει να ανεβαίνει. Σημαντικό στοιχείο είναι ότι ενώ υψηλόβαθμα στελέχη της αγοράς δεν θεωρούν την Ελλάδα ως το μεγαλύτερο «θύμα» του πληθωρισμού στον κλάδο των τροφίμων έναντι άλλων χωρών της Ε.Ε. και συμφωνούν σε αυτό, μια άλλη κοινή παραδοχή τους είναι ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα για την τσέπη των καταναλωτών προκαλεί το συνολικότερο κόστος διαβίωσης, σε συνάρτηση με το χαμηλό διαθέσιμο εισόδημά τους και τη δυσανάλογη πορεία των μισθών τους.

Πόσο μάλλον από τη στιγμή που στην πράξη… ακριβαίνουν περισσότερο τα ψώνια των καταναλωτών, με συνέπεια η μέση αξία του «αποπληθωρισμένου» καλαθιού στην Ελλάδα να έχει πέσει κατά 17% σε σύγκριση με τα πρώτα χρόνια της ύφεσης.

Ψωνίζουμε, με λίγα λόγια, το 2025 λιγότερα ανά επίσκεψη σε σούπερ μάρκετ από ό,τι μέσα στην κρίση, από το 2010 και μετά (όταν υπήρξαν και φαινόμενα αποπληθωρισμού).

Αντίστοιχα αυξάνονται οι φορές που πάει κάποιος σε ένα κατάστημα. Οχι πάντα της ίδιας αλυσίδας, αναζητώντας προσφορές και καλύτερες τιμές…

ΜΕ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ

Στα τρόφιμα και πολλά άλλα είδη από το 2019 μέχρι το 2025 για πολλούς λόγους, κυρίως γεωπολιτικούς, λόγω της εκτόξευσης των τιμών της ενέργειας, αλλά και της πανδημίας νωρίτερα, ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί αθροιστικά περίπου 32% κατά μέσο όρο σε όλη την Ευρώπη σε μια πενταετία, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο ρεπορτάζ. Τι άλλο δείχνουν οι αριθμοί;

Σήμερα το μέσο καλάθι στα σούπερ μάρκετ που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά έχει αξία, όπως προαναφέρθηκε, κοντά στα 20 ευρώ κατά μέσο όρο.

Για να είναι συγκρίσιμη η τιμή του 2024 με το 2010, πριν από την καθοδική πορεία των εισοδημάτων λόγω της οικονομικής κρίσης, τα 20 ευρώ αποπληθωρίζονται σε 15 ευρώ, σε ποσοστό κοντά στο 35%, όσο ο αθροιστικός πληθωρισμός των τροφίμων το 2010-2024, όπως υποστηρίζουν κύκλοι της αγοράς.

Το 2010 το μέσο καλάθι του καταναλωτή στην Ελλάδα βρισκόταν στα 18 ευρώ.

Με αυτό τον υπολογισμό, σε συγκρινόμενη βάση η αξία του έπεσε από 18 ευρώ σε 15 ευρώ ή ποσοστιαία κατά 17% (σ.σ.: σύμφωνα με την Eurostat, πάντως, στην Ελλάδα οι τιμές αυτές αυξήθηκαν συνολικά την περίοδο 2010-2024 κατά 39%. Συνεπώς η διαφορά, σε αυτή τη βάση, είναι μεγαλύτερη…).

Οσον αφορά πιο λεπτομερή στοιχεία για την αξία του μέσου καλαθιού στα ελληνικά σούπερ μάρκετ για την περίοδο 2015-2020, αν και δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, εύλογα εκτιμάται ότι η… πτωτική μετάβαση από το καλάθι των 18 ευρώ το 2010 στο «αποπληθωρισμένο» καλάθι των 15 ευρώ του 2024 (20 ευρώ σε σημερινές τιμές, με υπολογισμένο τον πληθωρισμό) επήλθε σταδιακά.

Τα τελευταία χρόνια υπήρξε μια σταθεροποίηση κοντά στα 15 ευρώ κατά μ.ο. και τώρα ίσως αρχίζει δειλά μια ανοδική, πάλι, πορεία…

ΤΙ ΜΑΣ ΑΔΕΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΤΣΕΠΗ

Οι ίδιοι κύκλοι εξηγούν ότι το αρνητικό φαινόμενο οφείλεται κυρίως σε τρεις διαδοχικούς παράγοντες:

1. Στη μείωση του πραγματικού εισοδήματος, λόγω της οικονομικής κρίσης.

2. Στη μεγάλη αύξηση του κόστους στέγασης, ενέργειας, μεταφορών κ.λπ.

3. Στην αύξηση της συχνότητας της επίσκεψης των καταναλωτών στα σούπερ μάρκετ, από πέντε φορές κατά μέσο όρο κάθε μήνα περίπου σε επτά φορές.

Ο αριθμός των επισκέψεων των καταναλωτών στα καταστήματα αυξήθηκε διότι, όπως διευκρινίζουν στελέχη του κλάδου, οι περισσότεροι αποφεύγουν να ψωνίσουν «μια και έξω» για τον μήνα, το δεκαπενθήμερο ή και την εβδομάδα (!), προκειμένου να αποφύγουν τον κίνδυνο να… τελειώσει ο μισθός νωρίς, χωρίς να καλύψουν άλλες ανάγκες ή υποχρεώσεις.

Στατιστικά, από έναν αθροιστικό τζίρο 15 δισ. ευρώ για τον κλάδο των σούπερ μάρκετ, οι αποδείξεις που αντιστοιχούν στον μ.ό. των 20 ευρώ είναι 750 εκατ. αποδείξεις για 4,4 εκατ. νοικοκυριά.

Επισημαίνεται, επίσης, ότι αλλάζουν και οι καταναλωτικές συνήθειες, κάτι που σημαίνει ότι δεν αγοράζουν σήμερα όλοι τα ίδια είδη που θα αγόραζαν και πριν από πέντε χρόνια…

ΒΟΧ 2

Ποια προϊόντα «καίνε»

Η νέα επιτάχυνση στον ρυθμό ανόδου του πληθωρισμού που καταγράφηκε τον Ιούνιο, καθώς αυξήθηκε 2,8% από 2,5% τον Μάιο και έναντι αύξησης 2,3% τον Ιούνιο 2024, συνοδεύτηκε από ενδιαφέροντα στοιχεία και για τον κλάδο των τροφίμων (πηγή ΕΛ.ΣΤΑΤ.). Συγκεκριμένα, υπήρξε άνοδος τιμών 2,3% συνολικά, παρά τη νέα μεγάλη μείωση της τιμής στο ελαιόλαδο (32,9%), ενώ ξεχώρισαν οι ανατιμήσεις σε καφέ (10,8%), ψάρια (9,7%), φρούτα (8,1%), ζάχαρη – σοκολάτες – γλυκά – παγωτά (6,7%) και κρέατα (6%). Επιπλέον, μεταξύ Ιουνίου και Μαΐου καταγράφηκαν ανατιμήσεις σε νωπά φρούτα (11,6%), μοσχάρι (1,3%), νωπά ψάρια (1,7%), γιαούρτι (2,2%), αβγά (3,6%) και σοκολάτες (4,3%) και αντιστράφηκε η καθοδική πορεία στο ελαιόλαδο (+2,1%).

Σε άλλη έρευνα σημειώθηκε ανάπτυξη στο οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων στην Ελλάδα για το πρώτο εξάμηνο του 2025, με τον συνολικό τζίρο να εμφανίζει αύξηση κατά 7,9% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της NielsenIQ (YTD έως 29 Ιουνίου 2025).

Η ανοδική πορεία αποδίδεται κυρίως στη θετική επίδοση των ταχυκίνητων καταναλωτικών αγαθών (FMCGs). Κάτι που αποδίδεται κυρίως στην αυξημένη ζήτηση, αφού ο όγκος πωλήσεων ενισχύεται κατά 5,4%, ενώ η μέση τιμή του καταναλωτικού καλαθιού αυξάνεται μόλις κατά 1,1%. Ειδικότερα, οι υπερ-κατηγορίες τυποποιημένων τροφίμων και ποτών ξεχωρίζουν ως οι μόνες όπου καταγράφεται αύξηση της μέσης τιμής κατά 2,4%. Αντίθετα, οι υπερ-κατηγορίες των μη τροφίμων εμφανίζουν αποπληθωριστικές τάσεις: τα προϊόντα φροντίδας σπιτιού μειώνουν τη μέση τιμή τους κατά 3,2% και τα προϊόντα προσωπικής υγιεινής και ομορφιάς κατά 2,6%.

ΔΡ ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΙΟΣΕΣ, ΓΕΝΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΙΕΛΚΑ, ΣΤΗΝ «Dn»

«Η αύξηση τιμών στην Ελλάδα δεν αντικατοπτρίζεται στα εισοδήματα»

«Σε αντίθεση με διαδεδομένες αντιλήψεις σε σχέση με την πορεία των τιμών στην Ελλάδα σε σύγκριση με την Ευρωπαϊκή Ενωση, αυτές είχαν την τελευταία δεκαπενταετία και έχουν χαμηλότερη πορεία αυτής του ευρωπαϊκού μέσου όρου, κάτι που δεν αντικατοπτρίζεται στην πορεία των εισοδημάτων». Με αυτά τα λόγια ο δρ Λευτέρης Κιοσές, γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), εξηγεί στην «DEALnews» τι ακριβώς συμβαίνει στην ελληνική αγορά τροφίμων, ποια η πραγματική εικόνα για τον πληθωρισμό και την ακρίβεια και πόσο ευθύνεται για τα γεγονότα το ύψος των εισοδημάτων.

Στη συνέχεια γίνεται πιο αναλυτικός: «Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, στην Ελλάδα οι τιμές τροφίμων αυξήθηκαν συνολικά την περίοδο 2010-2024 κατά 39,0%, με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,6%, τη στιγμή που στην Ε.Ε. η αύξηση έφτασε το 56,1%, με μέσο ρυθμό 3,7%.

Αυτό συνεπάγεται ότι η αύξηση στην Ε.Ε. ήταν περίπου 44% υψηλότερη από την ελληνική.

Η πιο έντονη περίοδος αύξησης καταγράφεται από το 2021 και μετά, οπότε και η πορεία των τιμών στην Ελλάδα συμβαδίζει σχεδόν με την Ε.Ε.

Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα οι τιμές αυξήθηκαν κατά 28,5% (μέσος ετήσιος ρυθμός 9,5%) και στην Ε.Ε. κατά 28,9% (9,6%). Αξιοσημείωτο είναι ότι σε οκτώ από τις εννέα επιμέρους κατηγορίες τροφίμων η Ελλάδα παρουσίασε μικρότερη αύξηση τιμών σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι μεγαλύτερες αποκλίσεις αφορούν τα αρτοσκευάσματα, τα γλυκά και τα φρούτα.

Η μόνη κατηγορία με υψηλότερη αύξηση στην Ελλάδα ήταν τα λίπη και έλαια, κυρίως λόγω της εκτόξευσης των τιμών στο ελαιόλαδο. Αντίστοιχα θετική είναι η εικόνα για τα μη τρόφιμα είδη: τα καθαριστικά αυξήθηκαν κατά 7,7% στην Ελλάδα, έναντι 35,9% στην Ε.Ε., ενώ στα προϊόντα προσωπικής φροντίδας υπήρξε μείωση τιμών κατά 3,3% στην Ελλάδα, έναντι αύξησης 19,7% στην Ε.Ε.».

«ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ»

Ο γενικός διευθυντής του ΙΕΛΚΑ προσθέτει: «Ωστόσο, την ίδια περίοδο 2010-2024 οι αυξήσεις τιμών ξεπέρασαν τις αυξήσεις στα εισοδήματα των νοικοκυριών στην Ελλάδα. Το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε μόνο κατά 14,8%, ενώ οι τιμές τροφίμων κατά 34,8%. Στην Ε.Ε., αντίθετα, η αύξηση του εισοδήματος (46,3%) σχεδόν αντιστάθμισε την αύξηση των τιμών τροφίμων (52,6%).

Οσον αφορά το 2025, την περίοδο Δεκέμβριος 2024 – Απρίλιος 2025 η Ελλάδα καταγράφει πληθωρισμό τροφίμων 2,3%, μία από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ενωση, που την κατατάσσει στην 23η θέση ανάμεσα στις 27 χώρες, με τον μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ενωση να είναι 3,3%.

Οι πληθωριστικές πιέσεις το α’ εξάμηνο 2025 αφορούν μεμονωμένες κατηγορίες. Συγκεκριμένα, πρώτον, στη μείωση στο ζωικό κεφάλαιο το 2024, λόγω των ασθενειών των ζώων στις περισσότερες περιοχές της επαρχίας, και, δεύτερον, στις αυξήσεις των διεθνών τιμών στα εισαγόμενα είδη και ειδικά στο μοσχάρι (σημειώνεται ότι η πλειονότητα του μοσχαριού και του χοιρινού που καταναλώνεται στην Ελλάδα είναι εισαγωγής) πιέζουν τις τιμές στο νωπό κρέας. Οι διεθνείς τιμές του κακάο και του καφέ σίγουρα επηρεάζουν τις κατηγορίες των γλυκών και των ροφημάτων. Οι υπόλοιπες κατηγορίες δεν παρουσιάζουν σημαντικές μεταβολές οι οποίες να προκαλούν ανησυχία για την πορεία τους στο εγγύς μέλλον».

Ο επίλογος του κ. Κιοσέ στην «Dn»: «Συμπερασματικά, η Ελλάδα κατέγραψε πιο ήπια αύξηση τιμών τροφίμων συγκριτικά με την Ε.Ε. την τελευταία 15ετία. Παράλληλα, όμως, η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών είναι μεγαλύτερη, υποδεικνύοντας την ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές στήριξης».

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (25 ΙΟΥΛΙΟΥ 2025)


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ