Η αύξηση των τιμών στη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας δημιουργεί νέες πιέσεις στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, σηματοδοτώντας έναν πιο ακριβό Νοέμβριο.
Η τιμή εκκαθάρισης της αγοράς για τη Δευτέρα διαμορφώθηκε στα 158,33 ευρώ ανά μεγαβατώρα, σημειώνοντας άνοδο άνω του 50% σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα.
ΑΝΟΔΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ
Η μέση τιμή χονδρικής για τις πρώτες 20 ημέρες του Οκτωβρίου κυμαίνεται στα 115,49 ευρώ/MWh, έναντι 92,77 ευρώ τον Σεπτέμβριο, καταγράφοντας αύξηση 24,5%. Με τον τρόπο αυτόν αντιστρέφεται η πτωτική τάση των τελευταίων μηνών, καθώς τον Αύγουστο η τιμή είχε περιοριστεί στα 73,15 ευρώ/MWh.
Η νέα άνοδος αποδίδεται στη συνδυασμένη επίδραση τριών παραγόντων: της αυξημένης τιμής φυσικού αερίου, της μειωμένης παραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και της μεγαλύτερης ζήτησης λόγω χαμηλότερων θερμοκρασιών. Το φυσικό αέριο TTF κινείται πλέον πάνω από τα 35 ευρώ/MWh, καθώς η αγορά ανησυχεί για πιθανές καθυστερήσεις στις παραδόσεις LNG.
ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ
Οι αυξημένες τιμές στη χονδρική αναμένεται να περάσουν στα τιμολόγια ρεύματος του Νοεμβρίου, κυρίως στα κυμαινόμενα «πράσινα» προγράμματα που συνδέονται με τη χονδρική αγορά. Εκτιμάται ότι το κόστος θα κινηθεί κατά μέσο όρο μεταξύ 115 και 120 ευρώ/MWh για τον μήνα, οδηγώντας σε αυξήσεις 15% έως 20% στους λογαριασμούς των καταναλωτών.
Τα σταθερά τιμολόγια δεν θα επηρεαστούν άμεσα, ωστόσο οι νέες προσφορές που θα ανακοινωθούν στα τέλη Οκτωβρίου αναμένεται να ενσωματώνουν το υψηλότερο κόστος προμήθειας, αυξάνοντας τις μελλοντικές επιλογές κόστους για τα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις.
ΠΡΙΝ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ
Η επιστροφή των τιμών κοντά στα 160 ευρώ/MWh αποτελεί ένδειξη αστάθειας ενόψει του χειμώνα. Παρά την επάρκεια αποθεμάτων φυσικού αερίου στην Ευρώπη, η αγορά παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως οι καιρικές μεταβολές και οι γεωπολιτικές εξελίξεις.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις αναλυτών, η φετινή ενεργειακή περίοδος δεν έχει τα χαρακτηριστικά της κρίσης του 2022, ωστόσο η σταθερότητα φαίνεται να απέχει. Οι τιμές ισορροπούν σε υψηλότερα επίπεδα, δημιουργώντας προϋποθέσεις για αυξημένο ενεργειακό κόστος στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις τους επόμενους μήνες.





