Τα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας για τα ελληνικά νοικοκυριά αυξήθηκαν και τον Ιούλιο, σημειώνοντας άνοδο 5% σε σχέση με τον Ιούνιο, σύμφωνα με τα στοιχεία του δείκτη τιμών ενέργειας για οικιακή χρήση (HEPI). Η μέση τελική τιμή στην Αθήνα διαμορφώθηκε στα 25,2 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα, από 24,06 λεπτά τον προηγούμενο μήνα. Η αύξηση αυτή προστίθεται στο +3% του Ιουνίου και στο +6% του Μαΐου.
Η άνοδος αποδίδεται κυρίως στην αυξημένη χρήση κλιματιστικών λόγω των επαναλαμβανόμενων κυμάτων καύσωνα, αλλά και στην άνοδο των χονδρεμπορικών τιμών, καθώς παραμένει η αβεβαιότητα για τον ανεφοδιασμό φυσικού αερίου λόγω της γεωπολιτικής αστάθειας στη Μέση Ανατολή.
ΘΕΣΗ ΕΛΛΑΔΑΣ
Με τα στοιχεία του Ιουλίου, η τιμή του ρεύματος για τα ελληνικά νοικοκυριά ξεπέρασε τον μέσο όρο των 27 πρωτευουσών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ήταν 24,13 λεπτά/kWh, κατατάσσοντας την Αθήνα στη 14η πιο ακριβή θέση.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η μέση τιμή για τους οικιακούς καταναλωτές αυξήθηκε κατά 2% τον Ιούλιο, λόγω της αυξημένης ζήτησης ψύξης. Από τις 33 πρωτεύουσες που εξετάστηκαν, οι 14 κατέγραψαν αυξήσεις, οι 3 μειώσεις και στις υπόλοιπες δεν υπήρξαν μεταβολές.
ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Η μεγαλύτερη αύξηση σημειώθηκε στο Βουκουρέστι (+76%) μετά τη λήξη του κρατικού πλαφόν στην τιμή του ηλεκτρικού, που είχε θεσπιστεί τον Νοέμβριο του 2021 για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης. Στη Λιουμπλιάνα, η αύξηση 16% προήλθε από την επαναφορά της χρέωσης υπέρ ΑΠΕ, η οποία είχε μηδενιστεί προσωρινά την περίοδο της πανδημίας.
ΚΥΜΑΙΝΟΜΕΝΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ
Στα κυμαινόμενα τιμολόγια (πράσινα και κίτρινα), η μέση τιμή στην Ελλάδα έφθασε τα 25,26 λεπτά/kWh τον Ιούλιο, από 23,95 λεπτά τον Ιούνιο. Συμπεριλαμβάνονται όλες οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις, οι φόροι και τα τέλη.
Συγκριτικά με τις 15 χώρες-μέλη της Ε.Ε. πριν το 2004, η Ελλάδα κατέλαβε την 11η θέση σε επίπεδο κόστους, δηλαδή την 5η χαμηλότερη, παραμένοντας κάτω από τον μέσο όρο των 28,56 λεπτών/kWh που καταγράφηκε στις αγορές αυτών των χωρών.
Η τάση ανόδου για τρίτο συνεχόμενο μήνα δείχνει ότι η πορεία των τιμών ρεύματος το επόμενο διάστημα θα εξαρτηθεί τόσο από τις κλιματικές συνθήκες όσο και από τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας.





