Το αυξημένο κόστος υγείας στην Ελλάδα και οι επιπτώσεις του για ασφαλιστικές εταιρίες και επιχειρήσεις βρέθηκαν στο επίκεντρο του Insurance Forum Athens Edition 2026, όπου στελέχη της αγοράς ανέλυσαν τις βασικές αιτίες, τις στρεβλώσεις και τις αναγκαίες προσαρμογές του συστήματος.
ΚΟΣΤΟΣ ΥΓΕΙΑΣ
Σύμφωνα με εκπροσώπους του κλάδου, η άνοδος των δαπανών υγείας αποτελεί διεθνές φαινόμενο, ωστόσο στην Ελλάδα επιβαρύνεται από δομικές αδυναμίες της αγοράς. Η γήρανση του πληθυσμού και η αύξηση των χρόνιων νοσημάτων οδηγούν σε μεγαλύτερη χρήση υπηρεσιών υγείας, ενώ η είσοδος νέων φαρμάκων και καινοτόμων θεραπειών αυξάνει το κόστος αποζημιώσεων.
Παράλληλα, γεωπολιτικές εξελίξεις και αλλαγές στις διεθνείς πολιτικές τιμολόγησης φαρμάκων επηρεάζουν τις εθνικές αγορές. Οι μεταβολές αυτές δημιουργούν αβεβαιότητα ως προς το ύψος των δαπανών και τη διαμόρφωση των ασφαλίστρων.
ΣΤΡΕΒΛΩΣΕΙΣ
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο φαινόμενο της προκλητής ζήτησης και στην ασυμμετρία πληροφόρησης μεταξύ ασφαλισμένων, παρόχων και ασφαλιστικών οργανισμών. Σε αρκετές περιπτώσεις, επιλέγονται ακριβότερες ιατρικές πράξεις, ενώ θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οικονομικότερες θεραπευτικές λύσεις με αντίστοιχο αποτέλεσμα.
Επιπλέον, επισημάνθηκε ότι σε ορισμένες ιατρικές πράξεις το κόστος στην Ελλάδα προσεγγίζει χώρες με πολύ υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Η περιορισμένη προσφορά παρόχων σε συγκεκριμένες ειδικότητες ενισχύει ολιγοπωλιακές συνθήκες, οι οποίες μετακυλίουν το κόστος στα ασφάλιστρα.
Αποτέλεσμα είναι ο κλάδος υγείας για αρκετές εταιρίες να λειτουργεί με οριακά ή αρνητικά περιθώρια, γεγονός που δυσχεραίνει τη βιωσιμότητα των προϊόντων.
ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΦΡΟΝΤΙΔΑ
Στελέχη της αγοράς υπογράμμισαν την ανάγκη ενίσχυσης της πρωτοβάθμιας περίθαλψης και της ημερήσιας νοσηλείας. Εκτιμάται ότι σημαντικό ποσοστό επεμβάσεων μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς διανυκτέρευση, μειώνοντας το συνολικό κόστος.
Παράλληλα, προτάθηκε η δημιουργία κεντρικής βάσης δεδομένων για την καταγραφή αποζημιώσεων και πληρωμών, ώστε να ενισχυθεί η διαφάνεια και ο έλεγχος των δαπανών. Μοντέλα αποζημίωσης τύπου “pay per performance”, όπου οι πάροχοι αξιολογούνται βάσει αποτελεσμάτων, αναφέρθηκαν ως πιθανό εργαλείο περιορισμού των υπερβάσεων.
ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
Το αυξημένο κόστος υγείας συνδέεται και με το ευρύτερο πλαίσιο κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις. Εκπρόσωποι της ασφαλιστικής αγοράς σημείωσαν ότι πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις υποτιμούν τους κινδύνους από φυσικές καταστροφές και κυβερνοεπιθέσεις.
Τα συμβόλαια συχνά καλύπτουν υλικές ζημιές, αλλά όχι επαρκώς την απώλεια εισοδήματος λόγω διακοπής λειτουργίας. Η έλλειψη ολοκληρωμένης κάλυψης επηρεάζει τη ρευστότητα και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
Η εκπαίδευση και η συμβουλευτική προσέγγιση των διαμεσολαβητών θεωρείται κρίσιμη, ώστε οι επιχειρηματίες να αντιληφθούν τα κενά προστασίας και να αντιμετωπίσουν την ασφάλιση ως εργαλείο διαχείρισης κινδύνου και όχι απλώς ως λειτουργικό έξοδο.
BANCASSURANCE
Συζητήθηκε επίσης ο ρόλος του Bancassurance, το οποίο αποτελεί πλέον σημαντική πηγή προμηθειών για τις τράπεζες. Η ανάπτυξη ψηφιακών πλατφορμών, η εκπαίδευση προσωπικού και η δημιουργία προϊόντων βάσει προφίλ πελάτη ενισχύουν τις πωλήσεις ασφαλιστικών προϊόντων μέσω τραπεζικών δικτύων.
Για τις τράπεζες, η διασύνδεση χρηματοδότησης και ασφάλισης δημιουργεί πρόσθετη αξία, ενώ για τις ασφαλιστικές εταιρίες προσφέρει ευρύτερη πρόσβαση σε πελατειακή βάση.
ΚΛΙΜΑΤΙΚΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ
Οι φυσικές καταστροφές και η κλιματική κρίση αυξάνουν τη συχνότητα και το ύψος των αποζημιώσεων. Παρά τα δεδομένα, η ασφαλιστική συνείδηση στην Ελλάδα παραμένει περιορισμένη.
Η αξιοποίηση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης για την εκτίμηση κινδύνων και τον υπολογισμό αποζημιώσεων αναφέρθηκε ως βασική κατεύθυνση για την επόμενη πενταετία. Ταυτόχρονα, τονίστηκε η ανάγκη συνεργασίας μεταξύ ασφαλιστικών εταιριών, διαμεσολαβητών και πραγματογνωμόνων, ώστε να διαμορφωθεί ένα πιο ανθεκτικό πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων.
Συνολικά, το υψηλό κόστος υγείας στην Ελλάδα συνδέεται με δημογραφικές εξελίξεις, διαρθρωτικές στρεβλώσεις και περιορισμένη πρόληψη. Η αντιμετώπισή του απαιτεί συνδυασμό θεσμικών παρεμβάσεων, αλλαγής μοντέλου αποζημίωσης και ενίσχυσης της ασφαλιστικής κουλτούρας, με άμεσες επιπτώσεις για επιχειρήσεις και ασφαλιστικό κλάδο.





