Σήμερα, Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου καλείται να βάλει τέλος σε ένα πολυετές δικαστικό αδιέξοδο που αφορά τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στα δάνεια τα οποία έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη. Η απόφαση δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική νομική ερμηνεία, αλλά μια κρίσιμη επιλογή με άμεσες συνέπειες στο πραγματικό κόστος των ρυθμισμένων δανείων και με ευρύτερες προεκτάσεις για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την οικονομία.
Το διακύβευμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς εκτιμάται ότι η ετυμηγορία του ανώτατου δικαστηρίου επηρεάζει περισσότερους από 300.000 δανειολήπτες, οι οποίοι είτε έχουν ήδη ενταχθεί είτε αναμένουν να υπαχθούν στο προστατευτικό πλαίσιο του νόμου. Το συνολικό ύψος των δανείων που βρίσκονται στο επίκεντρο της υπόθεσης ξεπερνά τα 12 δισ. ευρώ, γεγονός που καθιστά την απόφαση κομβικής σημασίας και για τις τράπεζες.
Στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκεται ένα καθοριστικό ερώτημα:
οι τόκοι θα πρέπει να υπολογίζονται επί του συνολικού κεφαλαίου του δανείου (τοκοχρεολυτική μέθοδος) ή επί της μηνιαίας δόσης που ορίζει η δικαστική ρύθμιση; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να διαφοροποιήσει αισθητά το τελικό ποσό που καλούνται να καταβάλουν οι δανειολήπτες, επηρεάζοντας τόσο τη βιωσιμότητα των ρυθμίσεων όσο και τις προβλέψεις των τραπεζών.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Σωτήρης Πλαστήρας, τάσσεται υπέρ του δεύτερου σεναρίου. Μια προσέγγιση που, όπως επισημαίνουν τραπεζικά στελέχη, αποκλίνει από τη διεθνή πρακτική και οδηγεί ουσιαστικά σε γενναία μείωση –αν όχι “κούρεμα”– των τόκων.
Οι αριθμοί είναι ενδεικτικοί του μεγέθους της διαφοράς. Για δάνειο 100.000 ευρώ με επιτόκιο 4,5%, οι ετήσιοι τόκοι ανέρχονται σε 4.500 ευρώ ή 375 ευρώ μηνιαίως, όταν υπολογίζονται επί του κεφαλαίου. Αν όμως ο υπολογισμός γίνει επί της μηνιαίας δόσης, για παράδειγμα 500 ευρώ, ο τόκος περιορίζεται σε μόλις 22,5 ευρώ τον μήνα ή 270 ευρώ ετησίως.
Αντίστοιχα, σε δάνειο 150.000 ευρώ με επιτόκιο 3,5%, οι ετήσιοι τόκοι φτάνουν τα 5.250 ευρώ. Με υπολογισμό όμως επί μηνιαίας δόσης 650 ευρώ, ο τόκος μειώνεται στα 22,75 ευρώ τον μήνα, δηλαδή περίπου 273 ευρώ τον χρόνο.
Ακόμη και σε δάνειο 80.000 ευρώ με επιτόκιο 5%, οι τόκοι των 4.000 ευρώ ετησίως μετατρέπονται σε μόλις 270 ευρώ τον χρόνο, εφόσον εφαρμοστεί ο υπολογισμός επί της δόσης.
Με απλά λόγια, το δάνειο προσεγγίζει τα χαρακτηριστικά ενός σχεδόν άτοκου προϊόντος. Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο που προκαλεί έντονη ανησυχία σε τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Ο χρηματοπιστωτικός τομέας υποστηρίζει ότι ο ίδιος ο νόμος Κατσέλη (άρθρο 9, παρ. 2) προβλέπει ρητά τοκοχρεολυτική αποπληρωμή, με βάση το συνολικό ύψος της οφειλής και τις πραγματικές δυνατότητες του οφειλέτη. Ωστόσο, στην προηγούμενη συνεδρίαση της Ολομέλειας, στις 27 Φεβρουαρίου 2025, η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Γεωργία Αδειλίνη, είχε ταχθεί υπέρ των δανειοληπτών, επικαλούμενη τη φιλοσοφία του νόμου και τον κοινωνικό του χαρακτήρα.
Το διακύβευμα δεν περιορίζεται στα ίδια τα δάνεια. Τα συγκεκριμένα χαρτοφυλάκια έχουν ενταχθεί στις τιτλοποιήσεις του προγράμματος “Ηρακλής”, με τα επιχειρηματικά σχέδια να βασίζονται στην παραδοχή της τοκοχρεολυτικής αποπληρωμής. Τυχόν αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των τόκων θα μπορούσε, σύμφωνα με εκτιμήσεις, να προκαλέσει άμεση ζημιά άνω του 1 δισ. ευρώ, με πιθανή μετακύλιση του κόστους στο Δημόσιο.
Η μεγαλύτερη ανησυχία, ωστόσο, δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και νομική. Μια απόφαση υπέρ των δανειοληπτών του νόμου Κατσέλη ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο και για άλλες κατηγορίες οφειλετών –όσους ρύθμισαν μέσω εξωδικαστικού μηχανισμού ή διμερών συμφωνιών– διεκδικώντας ανάλογη μεταχείριση.
Τραπεζικές πηγές προειδοποιούν και για μια λιγότερο ορατή αλλά εξίσου κρίσιμη συνέπεια: την υπονόμευση της κουλτούρας πληρωμών. Η προοπτική σχεδόν άτοκων ρυθμίσεων ενδέχεται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για τους συνεπείς δανειολήπτες, ιδίως σε μια περίοδο αυξημένων πιέσεων.
Δεν είναι τυχαίο ότι, μετά τις διαρροές περί επικείμενης δικαίωσης των πιστωτών, ο Άρειος Πάγος προχώρησε σε επίσημη ανακοίνωση, διαψεύδοντας σενάρια και υπογραμμίζοντας την ανάγκη διασφάλισης της θεσμικής αξιοπιστίας της διαδικασίας.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η σημερινή απόφαση δεν θα κλείσει απλώς μια μακρά νομική εκκρεμότητα. Θα καθορίσει το πλαίσιο διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους για τα επόμενα χρόνια.






