Αναζητά ανάσα το λιανεμπόριο από τον ασφυκτικό κλοιό

Οι εκπτώσεις αποτελούν ευκαιρία για τόνωση του τζίρου των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που πιέζονται αφόρητα από τα λειτουργικά κόστη, τις ελλείψεις προσωπικού, τις ρυθμιστικές απαιτήσεις και τη συμπίεση της αγοραστικής δύναμης

Σε περιβάλλον οικονομικής στενότητας οι προσφορές αποκτούν κρίσιμο ρόλο, προσφέροντας περιορισμένη αλλά αναγκαία ρευστότητα σε μικρά εμπορικά σχήματα

Πληθωριστική και σε πολλαπλές ταχύτητες ήταν, όπως φαίνεται, η αύξηση του τζίρου στο λιανεμπόριο κατά την εορταστική περίοδο, την ώρα που ο κλάδος στρέφει το βλέμμα του στην περίοδο των εκπτώσεων, που άρχισαν από την Δευτέρα 12 Ιανουαρίου και θα διαρκέσουν έως τις 27 Φεβρουαρίου. Εν μέσω μιας ιδιαιτέρως δύσκολης συγκυρίας, με τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις να πιέζονται αφόρητα, αφενός από τα λειτουργικά κόστη, τις ελλείψεις προσωπικού, τις ρυθμιστικές απαιτήσεις, που ολοένα και προσθέτουν βάρη και αφετέρου από τη συμπίεση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, οι εκπτώσεις αποτελούν μία νέα ευκαιρία για τόνωση του τζίρου, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Εστία της Κυριακής» (11/1). Με βάση τα περσινά δεδομένα, και πάλι «τροφοδότης» της αύξησης των πωλήσεων σε αξία αναμένεται να είναι ο πληθωρισμός. Χαρακτηριστικά πέρυσι οι εκτιμήσεις παρέπεμψαν σε μία συνολική αξία των πωλήσεων άνω των 6 δισ. ευρώ, αυξημένη εν σχέσει προς το αντίστοιχο δίμηνο του 2024 κατά τουλάχιστον 3%, όσο περίπου η αύξηση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.

Πάντως, έστω και μία «πληθωριστική» ενίσχυση των πωλήσεων μπορεί να… δώσει οξυγόνο ως προς το μεγάλο ζητούμενο της ρευστότητας, ειδικά για τις ΜμΕ, όπου η εικόνα στον κλάδο παραμένει ανησυχητική. Μόλις το 10% των επιχειρήσεων έχει πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό. Επιπλέον, παρά τη σχετικώς υψηλή απορροφητικότητα του ΕΣΠΑ, μόνο το 9,5% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων καταφέρνει να επωφεληθεί, ενώ η πρόσβαση στο Ταμείο Ανάκαμψης χαρακτηρίζεται σχεδόν αδύνατη για τη συντριπτική πλειονότητα εξ αυτών. Επιπροσθέτως, τα όποια αποθέματα ρευστότητας για το μικρό λιανεμπόριο «ροκανίζουν» τα ασφαλιστικά βάρη, καθώς οι ασφαλιστικές εισφορές αυξήθηκαν κατά 18,5% την τελευταία τετραετία, αλλά και τα φορολογικά βάρη, όπως η προκαταβολή φόρου.

Η εορταστική περίοδος

Και αυτό την ώρα που χιλιάδες μικρές εμπορικές επιχειρήσεις της χώρας βγαίνουν από την εορταστική περίοδο μη έχοντας καταφέρει να κερδίσουν το απαιτούμενο «οξυγόνο». Οπως χαρακτηριστικά τόνισε την Τετάρτη 7 Ιανουαρίου ο Νίκος Κογιουμτσής, αντιπρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών και του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής», η κατανάλωση κινήθηκε σε «δύο ταχύτητες». Στα κέντρα των μεγάλων πόλεων, όπως η Αθήνα, υπήρχε αυξημένη επισκεψιμότητα, αλλά οι καταναλωτές στράφηκαν κυρίως σε δώρα χαμηλότερης αξίας. Στις συνοικιακές και περιφερειακές αγορές η αγοραστική κίνηση ήταν αισθητά πιο υποτονική, αποτυπώνοντας τη γενικότερη πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα.

Όπως σημείωσε, ο τζίρος των επιχειρήσεων, κατά τις εκτιμήσεις, κινήθηκε σε επίπεδα χαμηλότερα ή, στην καλύτερη περίπτωση, ανάλογα της περσινής χρονιάς. Η εξέλιξη αποδίδεται στη μειωμένη αγοραστική δύναμη των Ελλήνων, που είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη, και στα αυξημένα κόστη που επιβαρύνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα της ακρίβειας, τονίζοντας ότι το μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος απορροφάται από τα τρόφιμα και τα σούπερ μάρκετ. Αντιθέτως, στον κλάδο της ένδυσης οι αυξήσεις τιμών ήταν σαφώς πιο συγκρατημένες, κινούμενες μεταξύ 2,5% και 3,5%. Παράλληλα, ο κ. Κογιουμτσής επεσήμανε τον έντονο κίνδυνο που προκύπτει από τον αθέμιτο ανταγωνισμό των ασιατικών διαδικτυακών πλατφορμών, οι οποίες για αγορές έως 150 ευρώ δεν καταβάλλουν ΦΠΑ ή δασμούς. Οπως τόνισε, εκτιμάται ότι περίπου 800 εκατ. ευρώ έχουν «φύγει» από την ελληνική αγορά προς αυτές τις κατευθύνσεις, προκαλώντας σοβαρή… αιμορραγία στην εγχώρια οικονομία.

Τρόφιμα και ποτά απορροφούν το μεγαλύτερο μερίδιο δαπάνης των καταναλωτών

Βάσει των εκτιμήσεων του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, η κίνηση της χριστουγεννιάτικης αγοράς το 2025 έδειξε σταθεροποίηση της καταναλωτικής δαπάνης, με αναμενόμενη ετήσια αύξηση από 2,5% έως 5%, που δημιουργείται κυρίως από τις πληθωριστικές πιέσεις της χρονιάς. Ο τζίρος στο λιανικό εμπόριο τον Δεκέμβριο 2024 κυμάνθηκε στα 4,3 δισ. ευρώ και αφορούσε την εγχώρια κατανάλωση σε τρόφιμα, καύσιμα, αυτοκίνητα, ένδυση, ηλεκτρικά κ.λπ. Με βάση το ΕΒΕΠ, 6 στους 10 Ελληνες ξόδεψαν φέτος περίπου τα ίδια με πέρυσι και μόνον 1 στους 10 δαπάνησε περισσότερο τη φετινή εορταστική περίοδο. Οπως σημειώνει το ΕΒΕΠ, η ακρίβεια και οι υψηλές τιμές στα τρόφιμα σίγουρα επηρέασαν το σύνολο των αγορών τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Και αυτό την ώρα που οι διεθνείς προβλέψεις δείχνουν μέτρια αύξηση των εορταστικών πωλήσεων, 3,7% με 4,2% τον Δεκέμβριο του 2025.

Με βάση το ΕΒΕΠ, μία εκτίμηση του «χριστουγεννιάτικου τζίρου» για το 2025 ανά κλάδο στην Ελλάδα παραπέμπει σε πωλήσεις αξίας περί τα 4,5 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με ευρωπαϊκή έρευνα για την περσινή εορταστική αγορά στην Ελλάδα, ο μέσος όρος της αξίας χριστουγεννιάτικης δαπάνης το 2024 ανά άτομο ήταν περίπου 190 ευρώ, έναντι 175 ευρώ το 2023. Η εκτίμηση για το 2025 στην αξία δαπανών για αγορές δώρων και εορταστικά είδη ξεπερνά τα 200 ευρώ κατά κεφαλήν.

«Προσεγγιστική» ανάλυση σε 10 κατηγορίες αγαθών δείχνει πως και φέτος, με μερίδιο προτίμησης 34%, οι υψηλότερες δαπάνες σημειώθηκαν σε τρόφιμα και ποτά, με περίπου 1,53 δισ. ευρώ. Η ένδυση αφορούσε μερίδιο 14% και περίπου 620 εκατ. ευρώ, η υπόδηση σε 7% και περίπου 310 εκατ. ευρώ. Στα ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά είδη οι πωλήσεις με μερίδιο 15% ανήλθαν σε περίπου 670 εκατ. ευρώ. Στα παιχνίδια με μερίδιο 6% το δαπανηθέν ποσό ήταν περίπου 270 εκατ. ευρώ, στα καλλυντικά με μερίδιο 5% περίπου 230 εκατ. ευρώ, στον οικιακό εξοπλισμό με μερίδιο 6% περίπου 270 εκατ. ευρώ, στα βιβλία και πολιτιστικά είδη με μερίδιο 3% περίπου 140 εκατ. ευρώ, σε κοσμήματα και ρολόγια με μερίδιο 4% περίπου 180 εκατ. ευρώ. Τέλος, για όλα τα υπόλοιπα, όπως εποχικά δώρα και είδη διακόσμησης, με μερίδιο 6%, οι πωλήσεις ανήλθαν σε περίπου 260 εκατ. ευρώ.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (16 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2026)

Advertisement 5


Advertisement 2

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

spot_img
Advertisement 3
Advertisement 4
Advertisement 5
Advertisement 6

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ