Η Ελλάδα κατέγραψε το 2023 τη δεύτερη υψηλότερη πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με νέο Policy Brief του ΚΕΦΙΜ με τίτλο «Η πραγματική φορολόγηση στην κατανάλωση και την εργασία».
Η ανάλυση, που βασίζεται στα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat, εξετάζει τη διαχρονική εξέλιξη της πραγματικής φορολόγησης στην Ελλάδα και τη συγκρίνει με τα αντίστοιχα δεδομένα των υπόλοιπων κρατών-μελών της ΕΕ.
Όπως προκύπτει από τη μελέτη, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην εργασία στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2023 στο 40,5%, ποσοστό που κατατάσσει τη χώρα στη 2η θέση μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ, πίσω μόνο από την Ιταλία. Το επίπεδο αυτό είναι κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αναδεικνύοντας τη σημαντική επιβάρυνση που δέχεται η εργασία στη χώρα.
Αντίστοιχα, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην κατανάλωση ανήλθε το 2023 στο 17,8%, επίπεδο κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η Ελλάδα κατατάσσεται στη 14η θέση μεταξύ των χωρών της Ένωσης, ωστόσο η σύγκριση με το 2009 καταδεικνύει μια σαφή μετακίνηση από καθεστώς χαμηλής φορολόγησης της κατανάλωσης σε καθεστώς υψηλότερης και παγιωμένης επιβάρυνσης.
Το Policy Brief αναδεικνύει ότι, παρά τις μειώσεις ονομαστικών φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών μετά το 2019, η συνολική πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας παραμένει υψηλή. Βασικοί παράγοντες είναι ο πληθωρισμός, η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και το φαινόμενο της δημοσιονομικής ολίσθησης (fiscal drag), που μετακινεί φορολογούμενους σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια χωρίς αντίστοιχη αύξηση της αγοραστικής τους δύναμης.
Η Μιράντα Ξαφά, μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΚΕΦΙΜ και Διδάκτωρ Οικονομικών, δήλωσε σχετικά: “Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ δείχνει ξεκάθαρα την μεγάλη αύξηση του φορολογικού βάρους στη διάρκεια της κρίσης 2010-18 στην Ελλάδα, η οποία δεν αντιστράφηκε στη συνέχεια. Η φορολόγηση της εργασίας –ιδιαίτερα στα μεσαία και υψηλά κλιμάκια– παραμένει υπέρμετρη ακόμη και μετά τη μείωση των συντελεστών φορολογίας εισοδήματος που ισχύει από φέτος. Στην ουσία οι μειώσεις απλώς αντισταθμίζουν την επίπτωση του πληθωρισμού της περασμένης τετραετίας (20% σωρευτικά), που έσπρωξε τα νοικοκυριά σε υψηλότερες φορολογικές κλίμακες χωρίς να έχει αυξηθεί η αγοραστική δύναμη των εισοδημάτων τους. Το ΚΕΦΙΜ έχει προτείνει αναλογική φορολογία (flat tax) ή, κατ’ ελάχιστον, σημαντική μείωση της προοδευτικότητας της φορολογικής κλίμακας που δυσκολεύει την προσέλκυση εξειδικευμένου και διευθυντικού προσωπικού στη χώρα μας και επιτείνει το πρόβλημα της φυγής ανθρώπινου δυναμικού”.






