Η οικονομική πίεση στα ελληνικά νοικοκυριά παραμένει έντονη, με την ακρίβεια και το αυξημένο κόστος ζωής να περιορίζουν τα περιθώρια κατανάλωσης. Σε αυτό το περιβάλλον, οι Έλληνες προσαρμόζουν τις συνήθειές τους, αναζητώντας τρόπους να μειώσουν τα έξοδα, να αυξήσουν τα έσοδα και να διαχειριστούν πιο προσεκτικά τα χρήματά τους, μέσα από μικρές καθημερινές αποφάσεις που αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία.
Το διαθέσιμο εισόδημα υπό πίεση
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, η μέση ετήσια δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών ανέρχεται στα 20.694 ευρώ. Το μεγαλύτερο μέρος του μηνιαίου οικογενειακού προϋπολογισμού διοχετεύεται σε βασικές ανάγκες (διατροφή, στέγαση και μεταφορές), με τα φτωχότερα νοικοκυριά να ξοδεύουν πάνω από το μισό του εισοδήματός τους μόνο για τρόφιμα και στέγη.
Το κόστος στέγασης προκαλεί, μάλιστα, τον μεγαλύτερο πονοκέφαλο για όσους ζουν στα αστικά κέντρα, όπου, όπως δείχνουν τα στοιχεία της Εurostat, ο ένας στους τρεις ξοδεύει περισσότερο από το 40% του εισοδήματός του για να καλύψει το ενοίκιο ή το στεγαστικό δάνειό του, καθώς και τους λογαριασμούς (ρεύμα, θέρμανση, ύδρευση).
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν προκαλεί έκπληξη η ανησυχία των Ελλήνων για το αυξημένο κόστος ζωής (64%) και τα προσωπικά τους οικονομικά (56%), παρά το γεγονός ότι παρατηρήθηκε μικρή υποχώρησή της το 2025 σε σχέση με το 2024, σύμφωνα με έρευνα της ΕΥ Ελλάδος.
Η μεγάλη αξία των μικρών αποφάσεων
Με τον πληθωρισμό και την ακρίβεια να επιμένουν και την αγοραστική δύναμη να παραμένει αισθητά χαμηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου, οι Έλληνες καταναλωτές περιορίζουν τις περιττές δαπάνες και γίνονται πιο προσεκτικοί στις επιλογές τους.
Από το σούπερ μάρκετ έως τις online αγορές, η σύγκριση τιμών έχει μετατραπεί σε βασικό εργαλείο εξοικονόμησης χρημάτων. Το γεγονός ότι η πλειονότητα των Ελλήνων ψάχνει ενεργά πριν προβεί σε αγορά επιβεβαιώνεται από την έρευνα EY Future Consumer Index 2025. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, το βασικότερο κριτήριο των καταναλωτών είναι η καλύτερη τιμή: συχνά επιλέγουν φθηνότερες μάρκες με παρόμοια ποιότητα ή περιμένουν να βγουν τα προϊόντα σε προσφορά για να τα αγοράσουν.
Εν τω μεταξύ, το διαδίκτυο αξιοποιείται κατά κόρον για την έρευνα των καταναλωτών, όχι μόνο όσον αφορά την τιμή των προϊόντων, αλλά και ως προς την ποιότητα των υπηρεσιών και την αξιοπιστία των επιχειρήσεων, από e-shops και στοιχηματικές εταιρείες μέχρι ταξιδιωτικά πρακτορεία και εστιατόρια.
Ρίσκο, απόδοση και καθημερινές επιλογές
Για να αντιμετωπίσουν την οικονομική αβεβαιότητα, πολλοί Έλληνες δεν περιορίζονται στη μείωση των εξόδων, αλλά στρέφονται και σε εναλλακτικές πηγές εσόδων, όπως η gig economy (delivery, μεταφορές, freelance υπηρεσίες). Μελέτη έχει υπολογίσει σε έως και 626.000 τα άτομα στην Ελλάδα που εργάζονται μέσω ψηφιακών πλατφορμών για τουλάχιστον 10 ώρες την εβδομάδα ή εξασφαλίζουν από εκεί το 25% του εισοδήματός τους.
Ένα μικρό μέρος του πληθυσμού επιλέγει, επίσης, να αναλάβει ρίσκο επενδύοντας στο χρηματιστήριο, ενώ πολλοί περισσότεροι προτιμούν πιο άμεσες μορφές απόδοσης, όπως τις στοιχηματικές εταιρείες, επιδιώκοντας μικρότερα, ελεγχόμενα ανοίγματα. Σε κάθε περίπτωση, η λογική παραμένει η ίδια: περιορισμένο κεφάλαιο, προσεκτικές κινήσεις και αποφάσεις που βασίζονται περισσότερο στη σύγκριση αποδόσεων και την πληροφόρηση παρά στον αυθορμητισμό.
Από τις περικοπές στην καθημερινή κατανάλωση και την αναζήτηση προσφορών μέχρι τη δεύτερη δουλειά και τις επιλογές που εμπεριέχουν ρίσκο, οι Έλληνες διαχειρίζονται το διαθέσιμο εισόδημά τους με όλο και μεγαλύτερη προσοχή. Σε συνθήκες οικονομικής πίεσης, άλλωστε, οι μικρές αποφάσεις είναι αυτές που καθορίζουν το τελικό αποτέλεσμα.





