Αντισυνταγματική έκρινε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (869/2025) την αναστολή ή απενεργοποίηση ΑΦΜ σε υποθέσεις φοροδιαφυγής, ανατρέποντας ένα εργαλείο που μέχρι πρόσφατα λειτούργησε ως γενικός κανόνας αποκλεισμού από την οικονομική δραστηριότητα.
Του ΚΩΣΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Η απόφαση μεταβάλλει το τοπίο για επιχειρήσεις και επαγγελματίες που είχαν βρεθεί σε καθεστώς αναστολής και υποχρεώνει το ΥΠΟΙΚ και την ΑΑΔΕ να φέρουν γρήγορα νέο, σαφές και αναλογικό πλαίσιο. Μέχρι να γίνει αυτό, η μετάβαση θα κριθεί από τις άμεσες οδηγίες προς τις υπηρεσίες και τους παρόχους τιμολόγησης.
Για την αγορά, η πρώτη συνέπεια είναι η αποκατάσταση της δυνατότητας συναλλαγών όσων είχαν «παγωμένο» ΑΦΜ. Η επαναφορά στην κανονικότητα έκδοσης τιμολογίων, πρόσβασης σε τραπεζικές υπηρεσίες και συμμετοχής σε δημόσιους διαγωνισμούς σημαίνει επανέναρξη της δυνατότητας εισπράξεων και βελτίωση ρευστότητας, τα οποία λόγω του μέτρου είχαν στερηθεί, «παγώνοντας» ουσιαστικά όλη την εφοδιαστική αλυσίδα.
Παράλληλα, όπως επισημαίνουν νομικοί κύκλοι στην «DEALnews», ανοίγει η πόρτα για επανεξέταση περιπτώσεων στις οποίες αμφισβητήθηκε το δικαίωμα έκπτωσης ΦΠΑ επειδή ο προμηθευτής βρισκόταν σε αναστολή ΑΦΜ, με πιθανές εκκαθαρίσεις επιστροφών ή συμψηφισμών.
Από οικονομικής πλευράς, προσθέτουν, οι επιχειρήσεις που τέθηκαν σε αναστολή ΑΦΜ μπορούν καταρχήν να αξιώσουν αποζημίωση κατά του Δημοσίου για παράνομες διοικητικές πράξεις (ευθύνη Δημοσίου κατ’ άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα). Το αντικείμενο αποζημίωσης περιλαμβάνει θετική ζημία (πρόσθετα κόστη χρηματοδότησης, ρήτρες και πρόστιμα που επιβλήθηκαν λόγω μη δυνατότητας τιμολόγησης, τόκους υπερημερίας σε επιστροφές ΦΠΑ που καθυστέρησαν) και, υπό προϋποθέσεις, διαφυγόν κέρδος. Για τα διαφυγόντα κέρδη οι νομικοί τονίζουν ότι απαιτείται αυστηρή απόδειξη άμεσης αιτιώδους συνάφειας και αξιόπιστη ποσοτικοποίηση. Αόριστες εκτιμήσεις ή «γενικότερη ζημία φήμης» δεν επαρκούν.
Ιδίως σε αποκλεισμούς από διαγωνισμούς μπορεί να τεθεί ζήτημα αποζημίωσης για απώλεια ευκαιρίας, αλλά τα δικαστήρια συνήθως δεν επιδικάζουν το πλήρες αναμενόμενο κέρδος, παρά μόνο ποσό που αντανακλά την πιθανολόγηση επιτυχίας. Παράλληλα, δύνανται να ζητηθούν ακύρωση και ανάκληση συναφών πράξεων, επανεκκαθαρίσεις ΦΠΑ, διαγραφή προσαυξήσεων που στηρίχθηκαν στο «παγωμένο» καθεστώς.
Οπως αναφέρουν οι ίδιοι κύκλοι, μέχρι τώρα το status του ενεργού ή ανενεργού ΑΦΜ ενός προμηθευτή αρκούσε για να ανατρέψει μια συμφωνία προτού εξεταστεί η ουσία του κινδύνου από τον προμηθευόμενο. Πλέον, οι έλεγχοι due diligence θα κληθούν να μετατοπιστούν σε ουσιαστικούς δείκτες όπως μοτίβα τιμολόγησης, ιστορικό ελέγχων, ευρήματα myDATA, αποκλίσεις στα ηλεκτρονικά βιβλία. Μέχρι την έκδοση μεταβατικής εγκυκλίου είναι πιθανό να δούμε ρήτρες στις συμβάσεις αγοράς και στον δανεισμό για ενδεχόμενες απαιτήσεις τρίτων που αφορούν πράξεις της περιόδου αναστολής.
Οι κινήσεις που πρέπει να γίνουν από ΥΠΟΙΚ και ΑΑΔΕ
Για το κράτος και την ΑΑΔΕ τα καθήκοντα που απορρέουν από την απόφαση της Ολομέλειας του ανώτατου δικαστηρίου είναι τρία.
Το πρώτο είναι νομοθετικό, εφόσον το ΣτΕ έκρινε ότι το μέτρο θίγει υπέρμετρα την οικονομική ελευθερία και δεν στηρίζεται σε επαρκές ουσιαστικό πλαίσιο από τον νομοθέτη. Πλέον χρειάζεται νέα ρύθμιση με σαφήνεια, ώστε το μέτρο να στέκει στην αρχή της αναλογικότητας. Σε δεύτερο επίπεδο, το καθήκον του οικονομικού επιτελείου είναι διοικητικό, καθώς πράξεις που στηρίχθηκαν αποκλειστικά στην αναστολή ΑΦΜ αποκτούν αυξημένη τρωτότητα και θα δεχθούν κύμα ενδικοφανών προσφυγών και αιτημάτων επανεκκαθάρισης σε ΦΠΑ και φόρο εισοδήματος. Τρίτο και τελευταίο, το καθήκον είναι λειτουργικό, καθώς απαιτείται ενιαία καθοδήγηση προς αρμόδιες υπηρεσίες και αρχές για την επιστροφή όσων επηρεάζονται σε πλήρη λειτουργία.
Στο δημοσιονομικό σκέλος, η βραχυπρόθεσμη πίεση θα προέλθει από εκκρεμείς επιστροφές και υποθέσεις όπου ο ΦΠΑ είχε «κρατηθεί» λόγω status ΑΦΜ. Αν κριθεί ότι μέρος των ποσών πρέπει να επιστραφεί ή να συμψηφιστεί, θα απαιτηθούν δικλίδες για να εξομαλυνθεί το προφίλ πληρωμών χωρίς να διαταραχθεί η εκτέλεση του Προϋπολογισμού. Η μεσοπρόθεσμη επίδραση θα κριθεί από το πόσο γρήγορα θα αντικατασταθεί το ακυρωμένο εργαλείο με ένα νέο, αποτελεσματικό και δικαστικώς ανθεκτικό σχήμα καταπολέμησης της απάτης στον ΦΠΑ.
Αναγκαίος ο επανασχεδιασμός κατά της παραβατικότητας

Το μέγεθος του προβλήματος στις απάτες ΦΠΑ είναι υπαρκτό. Μόνο το 2024 οι Υπηρεσίες Ερευνών και Διασφάλισης Δημοσίων Εσόδων ολοκλήρωσαν 156 στοχευμένες έρευνες στον ΦΠΑ, με παραβατικότητα που άγγιξε το 80,8%. Τα στοιχεία αυτά εξηγούν γιατί η διοίκηση υιοθέτησε ένα αυστηρό εργαλείο, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύουν την ανάγκη σωστού ανασχεδιασμού, καθώς, αντί για οριζόντια «απενεργοποίηση» του ΑΦΜ, οι νέες ρυθμίσεις πρέπει να στοχεύουν με ακρίβεια τα κυκλώματα, χωρίς να τιμωρούν προληπτικά ολόκληρους κλάδους.
Σε ό,τι αφορά το εύρος όσων επηρεάζονται, οι πληροφορίες κάνουν λόγο για εκατοντάδες ΑΦΜ προς επανενεργοποίηση, με εκτιμήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις ανεβάζουν τον αριθμό σε χιλιάδες. Μόνο το 2025 έχουν καταγραφεί περίπου 34 νέες περιπτώσεις αναστολής που πλέον θεωρούνται νομικά αμφισβητήσιμες, ενώ σε παλαιότερες επιχειρησιακές δράσεις εντοπίστηκαν περί τους 125 «εξαφανισμένους» εμπόρους που λειτούργησαν ως ενδιάμεσοι σε κυκλώματα εικονικών τιμολογίων. Τα στοιχεία αυτά δίνουν μια τάξη μεγέθους για το πόσες επιχειρήσεις και επαγγελματίες θα δουν άμεση αλλαγή καθεστώτος και θα επανενταχθούν κανονικά στην οικονομική δραστηριότητα.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ (7 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2025)





